
Μνημεία που σημάδεψε η μοίρα εμπόλεμων ζωνών και διχασμένων κοινωνιών. Ανασκαφές που σίγασε ο πόλεμος, που διακόπηκαν βίαια και πόλεις που καταστράφηκαν ολοκληρωτικά από εξτρεμιστές. Ο πόλεμος θετικό πρόσημο δεν έχει ποτέ, ακόμα και στην ιστορία των ανασκαφών, η χαμένη γνώση πήγε αρκετές φορές πίσω το επιστημονικό έργο και κόπο πολλών ετών. Η σιωπή του πολέμου δεν είναι μόνο ανθρώπινη, αλλά και αρχαιολογική και τα παραδείγματα από σημαντικές ανασκαφές που σίγασε ο πόλεμος είναι δυστυχώς πολλά. Υπάρχουν αρκετά σημαντικά αξιοθέατα -ειδικά στην Μέση Ανατολή- που περιμένουν να δημιουργηθούν οι κατάλληλες συνθήκες ώστε να έρθουν στην επιφάνεια και να γίνουν φυσικά επισκέψιμα.
Ανασκαφές που σίγασε ο πόλεμος: Παλμύρα – Λεβάντε, Συρία
Τον Αύγουστο του 2015 μια δυσάρεστη είδηση ταξιδεύει και συγκλονίζει την κοινότητα των αρχαιολόγων (και όχι μόνο) σε όλο τον κόσμο. Την τρέχουσα τότε περίοδο, η τρομοκρατική οργάνωση του ISIS (Ισλαμικό Κράτος), έχει περάσει στην περιοχή Λεβάντε της Συρίας και πιο συγκεκριμένα στην αρχαία πόλη Παλμύρα – σύμβολο της Ρωμαϊκής επιρροής στην Μέση Ανατολή και Μνημείο Παγκόσμιας Κληρονομιάς της UNESCO. Η καταστροφική μανία του ISIS για κάθε τι μη ισλαμικό, οδηγεί τους εξτρεμιστές να ανατινάξουν τον μεγαλειώδη ναό του Βάαλ – Δία που χτίστηκε τον 1ο αιώνα μ.Χ. και άλλες αρχαιότητες στην Παλμύρα. Ο -κυριολεκτικά- κλειδοκράτορας της Παλμύρας και σημαντικότερος αρχαιολόγος της Συρίας, Χαλέντ Αλ Ασάαντ (1932-2015) αιχμαλωτίζεται και για έναν μήνα ανακρίνεται από τους στρατιώτες που επίμονα του ζητούν να τους αποκαλύψει που έχει κρύψει αρχαιολογικά ευρήματα. Ο Αλ Ασάαντ πέρασε 50 χρόνια στην αρχαία αυτή πόλη και όχι μόνο δεν πρόδωσε τον κόπο του, αλλά είχε φροντίσει να συσπειρώσει κατοίκους και Σύριους αξιωματικούς, ώστε να φυγαδεύσει μέρες πριν αγάλματα και θησαυρούς του χώρου που διηύθυνε. Η είδηση του δημόσιου απαγχονισμού του από το Ισλαμικό Κράτος στις 18 Αυγούστου του 2015, βύθισε σε πένθος την αρχαιολογική κοινότητα και έφερε οργή στην κοινή γνώμη που επιτακτικά ζητούσε άμεση επέμβαση της UNESCO, ώστε να εξασφαλίσει προστασία στα μνημεία της. Η σημαντική πόλη της Παλμύρας (ή αλλιώς Ταντμούρ), χρονολογείται από την Νεολιθική περίοδο και γνώρισε την πλήρη της ακμή όταν προσαρτήθηκε στην Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία τον 1ο αιώνα μ.Χ. Ο εμπορικός πλούτος των κατοίκων, επέτρεψε την κατασκευή επιβλητικών κτιρίων και πολυπολιτισμικών ναών, όπως αυτός του Βάαλ – Δία, η Μεγάλη Κιονοστοιχία και οι περίφημοι πύργοι. Σπουδαία προσωπικότητα της αρχαίας πόλης, ήταν η βασίλισσα Ζηνοβία όπου και ίδρυσε την Αυτοκρατορία της Παλμύρας (διήρκησε μέχρι το 273μ.Χ.) αντιμαχόμενη τους Ρωμαίους. Μία πόλη – όαση στην έρημο της Μεσοποταμίας, που αναφέρεται με το όνομα Ταδμούρ στην Βίβλο (οχυρώθηκε από τον βασιλιά Σολομώντα), κατακτήθηκε από Έλληνες, Ρωμαίους, Άραβες, ακόμα και από τον Ταμερλάνο και κατέληξε να καταστρέφεται σε τεράστιο βαθμό μετά από χιλιάδες χρόνια, από τους τρομοκράτες του Ισλαμικού Κράτους… Οι σύγχρονοι κάτοικοι της Παλμύρας, ευελπιστούν να καταστεί επισκέψιμη σύντομα η αρχαία πόλη και να σταθεροποιηθεί η κατάσταση στην -συχνά- εμπόλεμη αυτή χώρα.

Μαρί – Τελ Χαρίρι, Συρία
Μια ακόμα σημαντική πόλη που επηρεάστηκε από τον εμφύλιο της Συρίας, είναι η αρχαία Μαρί, με ανασκαφές που σίγασε ο πόλεμος. Η πόλη ιδρύθηκε το 2.900 π.Χ. με συγκεκριμένη γεωμετρική διάταξη, αρκετά αναπτυγμένη και οργανωμένη για την εποχή της, αφού διέθετε μέχρι και αντιπλημμυρικά έργα. Ήταν σημαντικό κέντρο εμπορίου και στρατηγικός κόμβος ανάμεσα στην Μεσοποταμία και την Μεσόγειο θάλασσα, ενώ ήλεγχε το εμπόριο στον Ευφράτη ποταμό, μέσω πλωτής διώρυγας που δυστυχώς δεν διασώθηκε. Με πάνω από 260 δωμάτια, το βασιλικό παλάτι του Ζιμρί – Λιμ φιγουράρει ανάμεσα στα μεγαλύτερα της Μεσοποταμίας, ενώ οι τοιχογραφίες που το κοσμούσαν ήταν μοναδικές. Μεγαλειώδεις ναοί της Ιστάρ, του Νινουρτά και του Ουτού δομήθηκαν στην πόλη στην περίοδο ακμή της, ενώ το 1759π.Χ. καταλήφθηκε βιαίως από τον Χαμουραμπί της Βαβυλώνας. Παρόλη την καταστροφή από τους Βαβυλώνιους, η Μαρί δομήθηκε εκ νέου παραμένοντας σημαντική, αλλά χάνοντας την αρχική της αίγλη. Η απόλυτη καταστροφή ήρθε το 2011, όταν ο πόλεμος οδήγησε για ακόμα μια φορά τους εξτρεμιστές στο κατώφλι της πόλης που μετρούσε ήδη 4 χιλιετίες. Η Μαρί έγινε βορά, λεηλατήθηκε από το Ισλαμικό Κράτος, ενώ εικόνες από δορυφόρους έδειχναν αρχαιοκάπηλους να τρυπούν το έδαφος ακόμα και με μπουλντόζες προκειμένου να εξάγουν πολύτιμα αντικείμενα. Τα κενά που γέμισαν την ιστορία της Μεσοποταμίας οι αρχικές ανασκαφές της Μαρί το 1933, άδειασαν από τον εμφύλιο πόλεμο στην Συρία για ακόμα μία φορά, με την καταστροφή ενός από των πιο ζωντανών πεδίων αρχαιολογικής έρευνας στην περιοχή του Ευφράτη.

Ανασκαφές που σίγασε ο πόλεμος: Τιμπουκτού – Βόρειο Μάλι
Εκτός από τις περιοχές που αναφέραμε παραπάνω και σχετίζονται με την Μέση Ανατολή (Ασία), εμπόλεμες ζώνες σε χώρες τις Αφρικής κατέστρεψαν σημαντικά μνημεία. Μπορεί το Τιμπουκτού να μην είναι μια γνωστή πόλη στο ευρύ κοινό για την πολιτισμική της κληρονομιά, όμως υπήρξε αρκετά σημαντική στο παρελθόν. Το Τιμπουκτού βρίσκεται πολύ κοντά στην έρημο Σαχάρα και στον ποταμό Νίγηρα και από τον 12ο έως τον 16ο αιώνα, ήταν μεγάλο κέντρο εμπορίου που έγινε γνωστό για τις Ισλαμικές σχολές, τα τζαμιά και τις βιβλιοθήκες με τα χιλιάδες σπάνια χειρόγραφα ιατρικής, αστρονομίας, νομικής, ιστορίας, θρησκείας κ.α. Στα μέσα του 20ου αιώνα, Γάλλοι αρχαιολόγοι ξεκίνησαν εργασίες ανασκαφών, καταγραφής αρχείων και συντήρησης στα σημαντικότερα κτίρια της πόλης. Το μεγαλύτερο τζαμί-πανεπιστήμιο Σανκορέ που χτίστηκε τον 15ο αιώνα, τα μαυσωλεία και οι τάφοι των Σούφι και οι βιβλιοθήκες που κοσμούσαν το Τιμπουκτού, ήταν μερικές από τις προκλήσεις που επικεντρώθηκαν οι αρχαιολόγοι – ερευνητές. Η ευπάθεια της πολιτιστικής κληρονομιάς σε περιοχές συγκρούσεων άγγιξε την Αφρικανική πόλη, όταν το 2012 βυθίστηκε στο χάος των συρράξεων μεταξύ Τζιχαντιστών και γηγενών. Κάθε έρευνα σταμάτησε αμέσως, όταν το Τιμπουκτού πέρασε στα χέρια των εξτρεμιστών και οι αρχαιολόγοι εκδιώχθηκαν με την βία. Τα μαυσωλεία και οι τάφοι των Σούφι καταστράφηκαν ολοσχερώς, τα βιβλία και τα αρχεία κάηκαν και τα μνημεία έμειναν απροστάτευτα. Η κοινή προσπάθεια κατοίκων να μεταφέρουν κρυφά αρχεία και χειρόγραφα σε μυστικές τοποθεσίες, απέφερε καρπούς και ένα μικρό μέρος της πολιτιστικής κληρονομιάς του Μάλι διασώθηκε. Τα τζαμιά Σανκορέ και Τζινγκουερεμπέρ υπέστησαν σοβαρούς βανδαλισμούς και οι σχολές σταμάτησαν να λειτουργούν. Το Τιμπουκτού μέχρι και σήμερα δεν αποτελεί έναν ασφαλή προορισμό και η προσπάθεια αποκατάστασης των μνημείων είναι μεν συνεχής, όμως συναντά συχνά εμπόδια. Με την βοήθεια της UNESCO και τον τοπικών αρχών, ο βαθμός προστασίας των χειρόγραφων και των κτιρίων είναι αρκετά ικανοποιητικός, αλλά παραμένει απειλούμενος…

Λέπτις Μάγκνα – Χομς , Λιβύη
Στην βορειοανατολική ακτή της Λιβύης βρίσκεται μία από τις πιο καλοδιατηρημένες αρχαίες Ρωμαϊκές πόλεις της Μεσογείου, η Λέπτις Μάγκνα ή αλλιώς Μεγάλη Λέπτις. Ιδρύθηκε τον 7ο αιώνα π.Χ. από τους Φοίνικες , πέρασε σε Ελληνική, Καρχηδονιακή και Ρωμαϊκή κυριαρχία διαδοχικά και αποτέλεσε μεγάλο εμπορικό και πολιτιστικό κέντρο. Η πόλη γνώρισε την μεγαλύτερη της ακμή, επί του αυτοκράτορα Σεβήρου (193-211 μ.Χ.) και διέθετε αρχαίο θέατρο, φόρουμ, αγορά, ρωμαϊκά λουτρά, ακρόπολη, ναούς και ανάκτορα. Η Λέπτις Μάγκνα, δεν ήταν ένα ακόμα Ρωμαϊκό θέρετρο της Μεσογείου, αλλά μια πόλη με σημαντικές αρχιτεκτονικές ιδέες και καινοτομίες που παραμένει σχεδόν άθικτη μέχρι και σήμερα. Το 1686 έρχεται το πρώτο -μη πολεμικό- πλήγμα από τον Γάλλο πρόξενο της περιοχής, όταν έκλεψε κολώνες και άλλα μέλη ναών για να κοσμήσουν τις Βερσαλλίες και διάφορους ναούς πίσω στην πατρίδα του… Οι πρώτες επίσημες ανασκαφές ξεκίνησαν το 1920 από Ιταλούς και Βρετανούς αρχαιολόγους, ενώ ολόκληρη η πόλη αποτελεί μνημείο παγκόσμιας κληρονομιάς UNESCO από το 1982. Η αραβική άνοιξη και ο Λιβυκός εμφύλιος του 2011, έφεραν τις ανασκαφές και τις έρευνες στην περιοχή σε τέλμα, ενώ μέχρι και σήμερα η αρχαία πόλη δεν είναι εύκολα προσβάσιμη. Οι ένοπλες συγκρούσεις και η πολιτική αστάθεια στο κράτος της Βόρειας Αφρικής, καθιστούν σε απομόνωση την αρχαία πόλη – φάντασμα, ενώ ο κίνδυνος λεηλασίας ελλοχεύει ανά πάσα στιγμή. Η Λέπτις Μάγκνα δεν μπορεί να πάρει την σημασία που της αξίζει, αφού ενώ είναι θεωρητικά επισκέψιμη, πρακτικά μπορεί να την θαυμάσει μόνο κάποιος ντόπιος, την ώρα που η Λιβύη είναι αυστηρά ένας τουριστικός προορισμός με απαγορευτικό λόγω ασφαλείας. Μπορεί να μην καταστράφηκε δομικά λόγω πολέμου, όμως όντας ίσως η πιο “ζωντανή” αρχαία Ρωμαϊκή πόλη επί της Μεσογείου, παραδόξως μοιάζει πιο νεκρή από ποτέ.

Κοπάν – Δυτική Ονδούρα
Μια από τις μεγαλύτερες πόλεις των Μάγια στην κεντρική Αμερική, με τεράστιες πυραμίδες, θαυμαστούς ναούς και μοναδικές στήλες, ήταν η Κοπάν στην σημερινή Ονδούρα. Η πόλη κατοικήθηκε για περισσότερα από 2.000 χρόνια και έγινε κυρίως γνωστή για τις ανάγλυφες στήλες της, όπου αναγράφονταν τα ονόματα των βασιλέων της, ενώ οι αστρονομικές σημειώσεις ήταν εξίσου σημαντικές. Η ιστορία λέει πως το 738 η πόλη έπεσε σε παρακμή, όταν ο επί χρόνια βασιλιάς της Ουαξακλατζούν απαγχονίστηκε από τον Κακ Τίλιου. Η Κοπάν υπολογίζεται πως είχε περίπου 25.000 κατοίκους στην ύστερη κλασική περίοδο των Μάγια και εγκαταλείφθηκε σταδιακά με την άφιξη των Ισπανών τον 16ο αιώνα. Οι ανασκαφές στην σημαντικότατη αυτή πόλη ξεκίνησαν τον 19ο αιώνα, με τους αρχαιολόγους να φέρνουν στο φως σταδιακά τα κτίρια και τα εξαιρετικά ευρήματα. Η μαύρη σελίδα για το Κοπάν, ξεκίνησε να γράφεται το 1980, όταν η Ονδούρα πέρασε περίοδο πολιτικής αστάθειας και εμφύλιων εντάσεων (σε σύνδεση με τον εμφύλιο στο γειτονικό Ελ Σαλβαδόρ και τις συγκρούσεις με τους «Κόντρας» στη Νικαράγουα). Οι βασικές ανασκαφές στην αρχαία πόλη σταμάτησαν, αλλά παράλληλα το χειρότερο είναι πως η Κοπάν έμεινε απροστάτευτη. Κυκλώματα αρχαιοκαπηλίας σε συνεργασία με αξιωματικούς του στρατού, φρόντισαν να αφαιρεθούν σημαντικά ευρήματα και να σταλθούν παράνομα σε άλλες χώρες, ενώ η ζημιά των αδαών που λεηλάτησαν τα μνημεία, ήταν ανυπολόγιστη. Οι επιστήμονες στερήθηκαν πολλά δεδομένα των εκτενών επί δεκαετίες ερευνών τους, όμως -ευτυχώς- η τάξη στην Ονδούρα επανήλθε σχετικά γρήγορα. Σήμερα η Κοπάν είναι επισκέψιμη και ασφαλής, ενώ ερευνητικές ομάδες κάνουν σπουδαίες ανακαλύψεις με την χρήση LIDAR στην περιοχή, που αποδεικνύουν εκ νέου πόσο σημαντική πόλη υπήρξε.

Από την Μέση Ανατολή, στην Αφρική, την Ασία, την Αμερική, ακόμα και την άλλοτε εμπόλεμη Ευρώπη, οι πόλεμοι ανέκαθεν δεν έσβηναν μόνο ανθρώπινες ζωές από τον χάρτη. Φωνές πολιτισμών που σίγασαν υπό τις απειλές όπλων, μνημεία που ερημώθηκαν και λεηλατήθηκαν, χάνοντας συχνά για πάντα την αίγλη τους. Κάθε φορά που ένα αρχαιολογικό – ιστορικό μνημείο χάνεται, μαζί εξανεμίζεται και η συλλογική μνήμη μας. Η επιμονή των αρχαιολόγων για διάλογο με το παρελθόν, ας ελπίζουμε να είναι πάντα δυνατότερη των όπλων και της καταστροφής!
Πηγές Άρθρου:
Archaeology Newsroom (25 Αυγ 2015), “Παλμύρα: οι τζιχαντιστές ανατίναξαν τον αρχαίο ναό του Βάαλ-Δία”, ανακτήθηκε από www.archaiologia.gr (τελευταία πρόσβαση 26/8/2025)
World Heritage Convention List: Archaeological Site of Leptis Magna, ανακτήθηκε από whc.unesco.org (τελευταία πρόσβαση 26/8/2025)
Cartwright, M. (2015) “Definition of Copan”, ανακτήθηκε από www.worldhistory.org (τελευταία πρόσβαση 26/8/2025)
World Heritage Convention List: Timbuktu, ανακτήθηκε από whc.unesco.org (τελευταία πρόσβαση 26/8/2025)
Pelgrift, H.C. (2016) “Mari”, ανακτήθηκε από www.worldhistory.org (τελευταία πρόσβαση 26/8/2025)