
Η επιθετικότητα αποτελεί ένα από τα πιο σύνθετα και αμφιλεγόμενα φαινόμενα που μελετά η σύγχρονη ψυχολογία. Από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα, ο άνθρωπος προσπαθεί να κατανοήσει τις ρίζες της επιθετικής συμπεριφοράς — μια συμπεριφορά που εκδηλώνεται με πολλούς τρόπους: λεκτικούς, σωματικούς, ψυχολογικούς ή έμμεσους. Παρά την πρόοδο της επιστήμης, η επιθετικότητα παραμένει δύσκολο να οριστεί με ακρίβεια, καθώς δεν αφορά μόνο πράξεις βίας, αλλά και στάσεις, προθέσεις και κοινωνικά μοτίβα που οδηγούν στη βλάβη ή τον έλεγχο ενός άλλου ατόμου (Anderson & Bushman, 2002).
Σύμφωνα με τον Bandura (1973), η επιθετικότητα δεν είναι έμφυτη, αλλά μαθαίνεται μέσω παρατήρησης και μίμησης. Τα άτομα αναπαράγουν συμπεριφορές που έχουν δει να επιβραβεύονται, ακόμη κι αν αυτές προκαλούν βλάβη σε άλλους. Αντίθετα, οι βιολογικές θεωρίες (π.χ. Lorenz, 1966) θεωρούν την επιθετικότητα ένστικτο επιβίωσης, απαραίτητο για την προστασία και την κυριαρχία του ατόμου. Οι δύο αυτές προσεγγίσεις αποτυπώνουν τη διττή φύση του φαινομένου: από τη μία, την επιθετικότητα ως φυσικό μηχανισμό άμυνας και, από την άλλη, ως κοινωνικά διαμορφωμένη συμπεριφορά.
Στις σύγχρονες κοινωνίες, η επιθετικότητα έχει πάρει νέες μορφές, όπως η κυβερνοεπιθετικότητα (cyberbullying), η λεκτική βία στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, αλλά και η παθητική επιθετικότητα σε διαπροσωπικές σχέσεις. Μελέτες δείχνουν ότι η συχνή έκθεση σε βίαιο περιεχόμενο στα ΜΜΕ αυξάνει την πιθανότητα επιθετικής συμπεριφοράς, ειδικά στους εφήβους (Anderson et al., 2010). Η κατανόηση των μηχανισμών αυτών είναι κρίσιμη, όχι μόνο για την πρόληψη της βίας, αλλά και για την προώθηση μιας κουλτούρας συναισθηματικής νοημοσύνης και αυτορρύθμισης.
Η παρούσα ανάλυση επιχειρεί να παρουσιάσει την επιθετικότητα ως πολυδιάστατο ψυχολογικό και κοινωνικό φαινόμενο, μέσα από τις σημαντικότερες θεωρητικές προσεγγίσεις και ερευνητικά δεδομένα. Παράλληλα, διερευνά τους παράγοντες που επηρεάζουν την εκδήλωσή της και προτείνει τρόπους διαχείρισης και πρόληψης, τόσο σε ατομικό όσο και σε συλλογικό επίπεδο.
Θεωρητικό Πλαίσιο: Οι Επιστημονικές Θεωρίες για την Επιθετικότητα
Η επιθετικότητα, ως πολυδιάστατο ψυχολογικό φαινόμενο, έχει αποτελέσει αντικείμενο μελέτης πολλών επιστημονικών σχολών. Από τις πρώτες ψυχαναλυτικές θεωρίες έως τις σύγχρονες νευροβιολογικές και κοινωνικογνωστικές προσεγγίσεις, οι επιστήμονες έχουν προσπαθήσει να εξηγήσουν γιατί ο άνθρωπος επιτίθεται, πότε και πώς. Παρακάτω παρουσιάζονται οι σημαντικότερες θεωρητικές προσεγγίσεις που διαμόρφωσαν τη σύγχρονη ψυχολογική κατανόηση του φαινομένου.
Η Βιολογική Προσέγγιση: Το Ένστικτο της Επιβίωσης
Η βιολογική θεώρηση της επιθετικότητας στηρίζεται στην ιδέα ότι η επιθετική συμπεριφορά είναι έμφυτο χαρακτηριστικό του ανθρώπου και εξυπηρετεί εξελικτικούς σκοπούς.
Ο Konrad Lorenz (1966) υποστήριξε ότι η επιθετικότητα έχει εξελικτική λειτουργία, παρόμοια με τα ένστικτα των ζώων: συμβάλλει στην επιβίωση, την άμυνα και την προστασία του εδάφους ή των απογόνων.
Από βιολογική σκοπιά, η επιθετικότητα σχετίζεται επίσης με τη λειτουργία της αμυγδαλής, του προμετωπιαίου φλοιού και τη δράση ορμονών όπως η τεστοστερόνη (Davidson, Putnam, & Larson, 2000).
Η νευροψυχολογία προσθέτει ότι βλάβες ή δυσλειτουργίες σε συγκεκριμένες εγκεφαλικές περιοχές μπορούν να αυξήσουν την παρορμητικότητα και την επιθετικότητα (Siever, 2008).
Αν και η βιολογική προσέγγιση εξηγεί πολλά για τη φυσιολογία της επιθετικότητας, δεν μπορεί από μόνη της να ερμηνεύσει την κοινωνική και ηθική διάστασή της.
Η Ψυχαναλυτική Θεώρηση: Η Εσωτερική Σύγκρουση
Ο Sigmund Freud (1920) θεωρούσε ότι η επιθετικότητα είναι αποτέλεσμα των ενστίκτων του θανάτου (Thanatos), τα οποία ωθούν το άτομο προς την καταστροφή και την αυτοκαταστροφή.
Όταν η εσωτερική ένταση δεν μπορεί να εκτονωθεί με κοινωνικά αποδεκτούς τρόπους, προβάλλεται προς τα έξω και εκδηλώνεται ως βία ή επιθετική πράξη.
Αργότερα, ο Erich Fromm (1973) διαφοροποίησε την επιθετικότητα σε δύο τύπους:
-
Αμυντική επιθετικότητα, που στοχεύει στην αυτοπροστασία.
-
Κακοήθη επιθετικότητα, που είναι προϊόν παθολογικών κοινωνικών συνθηκών και όχι βιολογικής αναγκαιότητας.
Η ψυχαναλυτική σχολή υπογράμμισε τη σημασία των πρώιμων εμπειριών και των σχέσεων προσκόλλησης στην ανάπτυξη επιθετικών μοτίβων. Ένα παιδί που βιώνει απόρριψη ή βία, συχνά αναπαράγει αυτές τις συμπεριφορές στην ενήλικη ζωή.
Η Θεωρία της Απογοήτευσης – Επιθετικότητας
Η θεωρία των Dollard et al. (1939) αποτελεί έναν από τους πρώτους κοινωνικοψυχολογικούς μηχανισμούς που εξήγησαν πώς γεννιέται η επιθετικότητα.
Σύμφωνα με αυτούς, κάθε απογοήτευση γεννά την τάση για επιθετικότητα, ενώ η επιθετικότητα είναι πάντα αποτέλεσμα κάποιας απογοήτευσης.
Αν και η θεωρία δέχτηκε κριτική για την υπεραπλούστευσή της, αποτέλεσε τη βάση για νεότερες επεκτάσεις, όπως εκείνη του Leonard Berkowitz (1993), ο οποίος εισήγαγε την έννοια των “ενεργοποιητικών ερεθισμάτων” (aggressive cues). Δηλαδή, οι απογοητεύσεις δεν οδηγούν πάντα σε βία, εκτός αν συνδυαστούν με ερεθίσματα που «ενεργοποιούν» τη σχετική συναισθηματική κατάσταση.
Η Συμπεριφοριστική και Κοινωνικογνωστική Προσέγγιση
Η θεωρία της κοινωνικής μάθησης του Albert Bandura (1973) άλλαξε ριζικά την κατανόησή μας για την επιθετικότητα.
Μέσα από το διάσημο πείραμα με την κούκλα Bobo, ο Bandura απέδειξε ότι τα παιδιά μιμούνται επιθετικές συμπεριφορές που παρατηρούν σε ενήλικες, ειδικά όταν αυτές επιβραβεύονται ή δεν τιμωρούνται.
Η επιθετικότητα, επομένως, δεν είναι έμφυτη, αλλά μαθαίνεται μέσα από την παρατήρηση, την ενίσχυση και τα κοινωνικά πρότυπα.
Η κοινωνικογνωστική θεωρία επεκτείνει αυτή τη σκέψη, υποστηρίζοντας ότι η αντίληψη του ατόμου για τις κοινωνικές καταστάσεις και οι γνωστικές του αξιολογήσεις επηρεάζουν τη συμπεριφορά του (Anderson & Bushman, 2002).
Για παράδειγμα, ένα άτομο που ερμηνεύει μια ουδέτερη πράξη ως εχθρική, είναι πιθανότερο να αντιδράσει επιθετικά — φαινόμενο γνωστό ως “hostile attribution bias”.
Η Κοινωνικοψυχολογική Προσέγγιση
Η κοινωνικοψυχολογία εξετάζει την επιθετικότητα στο πλαίσιο των ομάδων, των ρόλων και των κοινωνικών επιρροών.
Έρευνες του Philip Zimbardo (1971), όπως το Πείραμα της Φυλακής του Stanford, έδειξαν ότι η ανωνυμία, η εξουσία και οι κοινωνικοί ρόλοι μπορούν να προκαλέσουν επιθετική και απάνθρωπη συμπεριφορά ακόμη και σε άτομα χωρίς βίαιες τάσεις.
Σύγχρονες μελέτες (Anderson et al., 2010) δείχνουν επίσης ότι η έκθεση σε βίαιο περιεχόμενο στα μέσα μαζικής ενημέρωσης αυξάνει την πιθανότητα επιθετικών αντιδράσεων, ιδιαίτερα όταν συνδυάζεται με χαμηλό αυτοέλεγχο ή κοινωνική αποδοχή της βίας.
Αυτό αποδεικνύει πως η επιθετικότητα δεν είναι μόνο ατομικό χαρακτηριστικό, αλλά κοινωνικά ενισχυόμενη συμπεριφορά.
Ενοποιητικές Θεωρήσεις
Σήμερα, οι περισσότεροι ερευνητές συμφωνούν ότι καμία θεωρία δεν επαρκεί από μόνη της.
Η επιθετικότητα ερμηνεύεται καλύτερα μέσα από διεπιστημονικές προσεγγίσεις, που συνδυάζουν βιολογικούς, ψυχολογικούς και κοινωνικούς παράγοντες — το λεγόμενο βιοψυχοκοινωνικό μοντέλο (Anderson & Bushman, 2002).
Αυτή η ολιστική θεώρηση επιτρέπει μια πιο ολοκληρωμένη κατανόηση του πώς και γιατί εκδηλώνεται η επιθετική συμπεριφορά, λαμβάνοντας υπόψη τόσο τις εσωτερικές προδιαθέσεις όσο και τις εξωτερικές κοινωνικές επιρροές.
Παράγοντες που Επηρεάζουν την Επιθετικότητα
Η επιθετικότητα είναι αποτέλεσμα της αλληλεπίδρασης πολλών παραγόντων — βιολογικών, ψυχολογικών, κοινωνικών και περιβαλλοντικών.
Κανένας παράγοντας από μόνος του δεν αρκεί για να εξηγήσει πλήρως το φαινόμενο· αντιθέτως, η σύγχρονη έρευνα υπογραμμίζει την πολυπαραγοντική φύση της (Anderson & Bushman, 2002).
Η κατανόηση αυτών των επιρροών είναι θεμελιώδης για την πρόληψη και τη διαχείριση της επιθετικής συμπεριφοράς.
Βιολογικοί Παράγοντες
Η νευροβιολογία της επιθετικότητας έχει αποκαλύψει ότι συγκεκριμένες δομές του εγκεφάλου, όπως η αμυγδαλή και ο προμετωπιαίος φλοιός, παίζουν καθοριστικό ρόλο στη ρύθμιση του θυμού και της παρορμητικότητας (Davidson, Putnam, & Larson, 2000).
Δυσλειτουργίες σε αυτές τις περιοχές έχουν συσχετιστεί με παρορμητικές ή βίαιες αντιδράσεις, ιδιαίτερα σε άτομα με αντικοινωνική προσωπικότητα.
Επιπλέον, ορμονικοί παράγοντες όπως η τεστοστερόνη και η κορτιζόλη έχουν συνδεθεί με αυξημένα επίπεδα επιθετικότητας (Book, Starzyk, & Quinsey, 2001).
Η τεστοστερόνη σχετίζεται με την κυριαρχία και τον ανταγωνισμό, ενώ η χαμηλή κορτιζόλη με ελλιπή έλεγχο παρορμήσεων.
Γενετικές έρευνες έχουν επίσης δείξει ότι πολυμορφισμοί του γονιδίου MAOA (“γονίδιο του πολεμιστή”) μπορεί να αυξάνουν την ευαλωτότητα στην επιθετική συμπεριφορά, ειδικά όταν συνδυάζονται με παιδική κακοποίηση (Caspi et al., 2002).
Ψυχολογικοί Παράγοντες
Σε ψυχολογικό επίπεδο, η επιθετικότητα σχετίζεται στενά με τον θυμό, την απογοήτευση και την αντίληψη απειλής.
Σύμφωνα με τη θεωρία απογοήτευσης–επιθετικότητας (Dollard et al., 1939), η παρεμπόδιση ενός στόχου δημιουργεί εσωτερική ένταση, η οποία μπορεί να οδηγήσει σε επιθετική εκτόνωση.
Αργότερες έρευνες έδειξαν ότι αυτή η σχέση δεν είναι απόλυτη — εξαρτάται από το πλαίσιο, τη γνωστική αξιολόγηση και το επίπεδο αυτοελέγχου του ατόμου (Berkowitz, 1993).
Η χαμηλή αυτοεκτίμηση και η έλλειψη συναισθηματικής ρύθμισης αυξάνουν την πιθανότητα επιθετικών αντιδράσεων, ιδιαίτερα όταν συνδυάζονται με στρες ή κοινωνική πίεση.
Αντίθετα, η συναισθηματική νοημοσύνη φαίνεται να λειτουργεί προστατευτικά, βοηθώντας τα άτομα να αναγνωρίζουν και να διαχειρίζονται τον θυμό προτού αυτός μετατραπεί σε βία (Goleman, 1995).
Κοινωνικοί Παράγοντες
Η επιθετικότητα είναι άρρηκτα δεμένη με το κοινωνικό περιβάλλον.
Οι οικογενειακές σχέσεις, ο τρόπος ανατροφής και τα πρότυπα εξουσίας παίζουν καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωση των συμπεριφορών.
Τα παιδιά που μεγαλώνουν σε περιβάλλοντα βίας ή συναισθηματικής αμέλειας είναι πιο πιθανό να εκδηλώσουν επιθετικότητα στην εφηβεία ή την ενήλικη ζωή (Dodge, Coie, & Lynam, 2006).
Η κοινωνικοποίηση μέσω προτύπων (Bandura, 1973) και η επιβράβευση της επιθετικότητας σε ορισμένα περιβάλλοντα (όπως ο ανταγωνιστικός εργασιακός χώρος ή ο αθλητισμός) ενισχύουν την πεποίθηση ότι η επιθετική συμπεριφορά είναι «αποτελεσματική».
Επιπλέον, φαινόμενα όπως ο κοινωνικός αποκλεισμός, η ανισότητα και ο ρατσισμός ενισχύουν την επιθετικότητα, λειτουργώντας ως παράγοντες ματαίωσης και απειλής της ταυτότητας (Twenge et al., 2001).
Πολιτισμικοί και Περιβαλλοντικοί Παράγοντες
Η επιθετικότητα επηρεάζεται έντονα και από το πολιτισμικό πλαίσιο.
Σε ορισμένες κοινωνίες, η επιθετικότητα θεωρείται αποδεκτή ή ακόμη και αναγκαία για την προστασία της τιμής ή της ομάδας, ενώ σε άλλες αποδοκιμάζεται πλήρως (Cohen, Nisbett, Bowdle, & Schwarz, 1996).
Οι πολιτισμοί της τιμής (cultures of honor) συχνά συνδέονται με υψηλότερα επίπεδα εκδίκησης και ανδρικής επιθετικότητας.
Στο επίπεδο του περιβάλλοντος, παράγοντες όπως η θερμοκρασία, ο θόρυβος και ο συνωστισμός μπορούν να αυξήσουν την επιθετική διάθεση.
Μελέτες έχουν δείξει ότι οι υψηλές θερμοκρασίες σχετίζονται με αυξημένα ποσοστά εγκληματικότητας και βίας (Anderson, 2001).
Παράλληλα, η έκθεση σε βίαιο περιεχόμενο στα μέσα ενημέρωσης και στα βιντεοπαιχνίδια έχει αποδειχθεί ότι ενισχύει προσωρινά την επιθετική σκέψη και συμπεριφορά, ιδιαίτερα στα παιδιά και στους εφήβους (Anderson et al., 2010).
Κοινωνικά Δίκτυα και Ψηφιακή Επιθετικότητα
Η άνοδος των κοινωνικών μέσων δικτύωσης έχει δημιουργήσει νέες μορφές επιθετικότητας, όπως η διαδικτυακή παρενόχληση (cyberbullying), η λεκτική βία και η διάδοση ψευδών ειδήσεων με σκοπό τη δυσφήμιση.
Έρευνες έχουν δείξει ότι το ανώνυμο και αποστασιοποιημένο πλαίσιο του διαδικτύου μειώνει τον αυτοέλεγχο και αυξάνει την πιθανότητα επιθετικής επικοινωνίας (Lapidot-Lefler & Barak, 2012).
Η έλλειψη άμεσης συνέπειας καθιστά τη διαδικτυακή επιθετικότητα πιο συχνή και κοινωνικά αποδεκτή, με σημαντικές ψυχολογικές επιπτώσεις στα θύματα.
Ο Ρόλος της Εκπαίδευσης και της Κοινωνικής Πολιτικής
Η εκπαίδευση μπορεί να λειτουργήσει ως ισχυρός παράγοντας πρόληψης της επιθετικότητας.
Προγράμματα που ενισχύουν τη συναισθηματική αγωγή, την ενσυναίσθηση και την επίλυση συγκρούσεων έχουν αποδειχθεί αποτελεσματικά στη μείωση της σχολικής βίας (Elias et al., 1997).
Επιπλέον, οι κοινωνικές πολιτικές που μειώνουν την ανισότητα, ενισχύουν την πρόσβαση στην ψυχολογική υποστήριξη και προάγουν την κοινωνική συνοχή μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τα ποσοστά επιθετικότητας σε ευρύτερο κοινωνικό επίπεδο.
Μορφές και Εκδηλώσεις της Επιθετικότητας
Η επιθετικότητα δεν εκδηλώνεται πάντα με τον ίδιο τρόπο. Ανάλογα με το πλαίσιο, το κίνητρο και τον τρόπο έκφρασης, μπορεί να λάβει διαφορετικές μορφές — από τη σωματική βία έως τη λεκτική ή έμμεση επιθετικότητα.
Η κατανόηση αυτών των εκδηλώσεων είναι κρίσιμη, καθώς πολλές φορές η επιθετικότητα δεν είναι ορατή ή σωματικά εκδηλωμένη, αλλά υποβόσκει σε κοινωνικές, επαγγελματικές ή ψηφιακές σχέσεις (Björkqvist, 1994).
Σωματική Επιθετικότητα
Η σωματική επιθετικότητα είναι η πιο εμφανής μορφή βίας.
Περιλαμβάνει κάθε πράξη που αποσκοπεί στην πρόκληση σωματικής βλάβης, όπως χτυπήματα, σπρωξίματα ή καταστροφή περιουσίας.
Έρευνες δείχνουν ότι η σωματική επιθετικότητα συνδέεται συχνά με παρορμητικές αντιδράσεις, χαμηλό αυτοέλεγχο και έντονη συναισθηματική διέγερση (Bushman & Anderson, 2001).
Είναι η μορφή που εντοπίζεται συχνότερα σε παιδιά και εφήβους, καθώς δεν έχουν αναπτύξει ακόμη πλήρως τις γνωστικές δεξιότητες για λεκτική ή έμμεση εκτόνωση των εντάσεων.
Η παρέμβαση σε αυτό το στάδιο είναι καθοριστική για την πρόληψη της μελλοντικής βίας.
Λεκτική Επιθετικότητα
Η λεκτική επιθετικότητα εκδηλώνεται μέσω της ομιλίας ή της γραφής και περιλαμβάνει προσβολές, ειρωνεία, φωνές, απειλές ή υποτιμητικά σχόλια.
Αν και δεν προκαλεί σωματική βλάβη, έχει σοβαρές ψυχολογικές συνέπειες, όπως άγχος, φόβο και μειωμένη αυτοεκτίμηση (Infante & Wigley, 1986).
Σύμφωνα με τον Berkowitz (1993), η λεκτική επιθετικότητα λειτουργεί συχνά ως προπαρασκευαστικό στάδιο σωματικής βίας.
Στο σύγχρονο περιβάλλον των κοινωνικών δικτύων, η λεκτική επιθετικότητα παίρνει νέες διαστάσεις, με δημόσια εξευτελιστικά σχόλια και hate speech που μπορούν να επηρεάσουν μαζικά ακροατήρια.
Έμμεση ή Παθητική Επιθετικότητα
Η παθητική (ή έμμεση) επιθετικότητα είναι πιο δύσκολο να αναγνωριστεί, καθώς δεν εκδηλώνεται άμεσα.
Περιλαμβάνει συμπεριφορές όπως σαρκασμό, ειρωνεία, καθυστέρηση, σιωπηρή τιμωρία, αδιαφορία ή υπονόμευση.
Σύμφωνα με έρευνες της Kaj Björkqvist (1994), οι γυναίκες και τα άτομα σε επαγγελματικά ή κοινωνικά περιοριστικά περιβάλλοντα τείνουν να χρησιμοποιούν συχνότερα έμμεσες μορφές επιθετικότητας, καθώς είναι κοινωνικά πιο αποδεκτές.
Η παθητική επιθετικότητα συχνά εκφράζει καταπιεσμένο θυμό και ανάγκη ελέγχου, χωρίς ανοιχτή σύγκρουση.
Είναι ιδιαίτερα επιβλαβής στις διαπροσωπικές σχέσεις και στους χώρους εργασίας, όπου οδηγεί σε τοξικό κλίμα και μειωμένη συνεργασία (Neuman & Baron, 2005).
Κοινωνική και Οργανωμένη Επιθετικότητα
Η επιθετικότητα μπορεί να λάβει και συλλογικές ή θεσμικές μορφές.
Η κοινωνική επιθετικότητα περιλαμβάνει τη διάδοση φημών, τον αποκλεισμό από ομάδες, ή την κοινωνική απαξίωση (Crick & Grotpeter, 1995).
Σε ευρύτερο επίπεδο, η οργανωμένη επιθετικότητα εκδηλώνεται μέσα από πολέμους, ρατσισμό, βία λόγω φύλου ή ιδεολογικό φανατισμό.
Οι Zimbardo (2007) και Staub (1989) εξήγησαν πώς κοινωνικοί μηχανισμοί, όπως η απανθρωποποίηση του «άλλου» και η υπακοή στην εξουσία, μπορούν να μετατρέψουν φυσιολογικά άτομα σε δράστες μαζικής βίας.
Η κοινωνική επιθετικότητα, επομένως, δεν είναι απλώς ατομική, αλλά συλλογικά παραγόμενη και πολιτισμικά επιτρεπτή.
Ψηφιακή Επιθετικότητα (Cyber Aggression)
Στην εποχή της ψηφιακής επικοινωνίας, η επιθετικότητα έχει μεταφερθεί και στο διαδίκτυο.
Η ψηφιακή επιθετικότητα (ή cyber-aggression) περιλαμβάνει διαδικτυακή παρενόχληση, trolling, εξευτελισμό, διάδοση προσωπικών δεδομένων και απειλές μέσω κοινωνικών μέσων.
Έρευνες έχουν δείξει ότι οι θύτες εκμεταλλεύονται την ανωνυμία και την απόσταση του διαδικτύου, γεγονός που μειώνει την ενσυναίσθηση και τον φόβο των συνεπειών (Lapidot-Lefler & Barak, 2012).
Η επιθετικότητα στα κοινωνικά δίκτυα έχει σημαντικές επιπτώσεις, ιδιαίτερα σε εφήβους, καθώς συνδέεται με κατάθλιψη, απομόνωση και αυτοτραυματισμό (Kowalski et al., 2014).
Η πρόληψη και η ψηφιακή εκπαίδευση είναι ζωτικής σημασίας για τη μείωση αυτού του σύγχρονου τύπου βίας.
Μορφές Επιθετικότητας ανά Σκοπό
Οι ψυχολόγοι διακρίνουν επίσης την επιθετικότητα ανάλογα με το κίνητρο:
-
Εχθρική επιθετικότητα (hostile aggression): βασίζεται στο συναίσθημα θυμού και στόχο έχει να προκαλέσει πόνο ή εκδίκηση.
-
Οργανική ή εργαλειακή επιθετικότητα (instrumental aggression): χρησιμοποιείται ως μέσο για την επίτευξη ενός στόχου (π.χ. εξουσία, οικονομικό όφελος, κοινωνική κυριαρχία) (Bushman & Anderson, 2001).
Η διάκριση αυτή είναι σημαντική γιατί καθορίζει την πρόληψη και την παρέμβαση.
Η εχθρική επιθετικότητα απαιτεί συναισθηματική ρύθμιση, ενώ η εργαλειακή επιθετικότητα χρειάζεται γνωστική αναδόμηση και ηθική εκπαίδευση.
Δες Επίσης: Παθητική επιθετικότητα: η έμμεση έκφραση θυμού
Πρόληψη και Διαχείριση της Επιθετικότητας
Η πρόληψη και διαχείριση της επιθετικότητας αποτελεί βασικό ζητούμενο για τη σύγχρονη ψυχολογία, την εκπαίδευση και τις κοινωνικές επιστήμες.
Δεδομένου ότι η επιθετικότητα είναι πολυπαραγοντικό φαινόμενο, η αντιμετώπισή της απαιτεί διεπιστημονικές παρεμβάσεις που στοχεύουν τόσο στην ατομική αυτορρύθμιση όσο και στη συλλογική ευθύνη (Anderson & Bushman, 2002).
Οι στρατηγικές πρόληψης εστιάζουν στην αναγνώριση των αιτιών, την εκπαίδευση στην ενσυναίσθηση, και την ενίσχυση της συναισθηματικής νοημοσύνης, ενώ οι θεραπευτικές προσεγγίσεις επιδιώκουν τη γνωστική αναδόμηση και την καλλιέργεια κοινωνικών δεξιοτήτων.
Θεραπευτικές Προσεγγίσεις
Η πιο διαδεδομένη θεραπευτική μέθοδος για τη διαχείριση επιθετικής συμπεριφοράς είναι η Γνωστικοσυμπεριφορική Θεραπεία (Cognitive Behavioral Therapy – CBT).
Σύμφωνα με τον Beck (1999), η CBT βοηθά τα άτομα να αναγνωρίσουν και να τροποποιήσουν δυσλειτουργικές σκέψεις, να ελέγξουν τις παρορμήσεις και να αντικαταστήσουν επιθετικές αντιδράσεις με πιο προσαρμοστικές στρατηγικές.
Έρευνες επιβεβαιώνουν την αποτελεσματικότητα της CBT στη μείωση της ενδοοικογενειακής βίας, της νεανικής επιθετικότητας και της παραβατικότητας (Davidson, 2000).
Η θεραπεία διαχείρισης θυμού (Anger Management Therapy) είναι επίσης μια σημαντική μέθοδος που εστιάζει στην αναγνώριση των πυροδοτικών παραγόντων και στη σταδιακή εκμάθηση αυτορρύθμισης (Deffenbacher, 2011).
Παράλληλα, οι ομαδικές θεραπείες και τα προγράμματα αποκαταστατικής δικαιοσύνης (restorative justice) έχουν αποδειχθεί αποτελεσματικά στη βελτίωση της ενσυναίσθησης και στη μείωση της εκδικητικής συμπεριφοράς (Sherman & Strang, 2007).
Εκπαίδευση και Συναισθηματική Νοημοσύνη
Η εκπαίδευση αποτελεί το σημαντικότερο πεδίο πρόληψης της επιθετικότητας.
Προγράμματα κοινωνικής και συναισθηματικής μάθησης (Social and Emotional Learning – SEL) έχουν δείξει σημαντική μείωση της σχολικής βίας, του εκφοβισμού και των αντικοινωνικών συμπεριφορών (Elias et al., 1997).
Η ενσωμάτωση τέτοιων προγραμμάτων στο σχολικό πρόγραμμα καλλιεργεί ενσυναίσθηση, αυτοέλεγχο και υπευθυνότητα από μικρή ηλικία.
Ο Goleman (1995) τόνισε ότι η συναισθηματική νοημοσύνη είναι κρίσιμη για τη ρύθμιση των συγκρούσεων.
Άτομα με υψηλή ενσυναίσθηση και αυτοεπίγνωση έχουν μεγαλύτερη ικανότητα να αντιδρούν με ψυχραιμία, ακόμη και σε προκλητικές συνθήκες.
Η ανάπτυξη δεξιοτήτων μη βίαιης επικοινωνίας (NVC), όπως προτάθηκε από τον Rosenberg (2003), ενισχύει την ανθρώπινη σύνδεση και μειώνει τις παρερμηνείες που προκαλούν συγκρούσεις.
Κοινωνικές Πολιτικές και Παρεμβάσεις
Η πρόληψη της επιθετικότητας δεν είναι μόνο ατομική υπόθεση· είναι και κοινωνική ευθύνη.
Κοινωνίες με υψηλά επίπεδα ανισότητας, φτώχεια, κοινωνικό αποκλεισμό και έλλειψη πρόσβασης στην ψυχική υγεία παρουσιάζουν μεγαλύτερα ποσοστά βίαιης συμπεριφοράς (Wilkinson & Pickett, 2010).
Η δημιουργία πολιτικών κοινωνικής συνοχής, η ενίσχυση των δομών ψυχολογικής υποστήριξης και η προαγωγή της κοινωνικής δικαιοσύνης αποτελούν θεμελιώδεις στρατηγικές πρόληψης.
Παράλληλα, η εκπαίδευση γονέων και οι παρεμβάσεις στην κοινότητα (όπως το πρόγραμμα Triple P – Positive Parenting Program) μειώνουν σημαντικά τα περιστατικά παιδικής επιθετικότητας και κακοποίησης (Sanders, 2012).
Η συλλογική ευαισθητοποίηση γύρω από το θέμα, μέσω εκστρατειών ενημέρωσης, προγραμμάτων στα ΜΜΕ και νομοθετικών πρωτοβουλιών, μπορεί να αλλάξει ουσιαστικά τις κοινωνικές νόρμες γύρω από τη βία.
Η Δύναμη της Κοινότητας και της Ψηφιακής Ευθύνης
Στην εποχή της ψηφιακής επικοινωνίας, η πρόληψη πρέπει να επεκτείνεται και στο διαδίκτυο.
Η ψηφιακή παιδεία και η ηθική του διαδικτύου (digital ethics) βοηθούν τους νέους να αναπτύξουν κριτική σκέψη και υπεύθυνη συμπεριφορά online.
Προγράμματα όπως το EU Kids Online έχουν αποδείξει ότι η ενημέρωση των παιδιών, γονέων και εκπαιδευτικών μειώνει αισθητά τα περιστατικά cyberbullying (Livingstone & Haddon, 2009).
Η προώθηση μιας κουλτούρας σεβασμού και ενσυναίσθησης, τόσο στον φυσικό όσο και στον ψηφιακό χώρο, αποτελεί το θεμέλιο για κοινωνίες λιγότερο επιθετικές και περισσότερο συνειδητές.
Δες επίσης : Παθητική επιθετικότητα: η έμμεση έκφραση θυμού
Συμπεράσματα: Η Επιθετικότητα ως Ανθρώπινη και Κοινωνική Πρόκληση
Η επιθετικότητα, όπως φάνηκε μέσα από την ανάλυση των θεωριών και των ερευνών, αποτελεί πολύπλευρο φαινόμενο που δεν μπορεί να εξηγηθεί μονοδιάστατα.
Επηρεάζεται από βιολογικούς, ψυχολογικούς και κοινωνικοπολιτισμικούς παράγοντες, ενώ εκδηλώνεται με διαφορετικούς τρόπους – από τη σωματική και λεκτική βία έως την παθητική ή ψηφιακή επιθετικότητα.
Η πολυπλοκότητά της απαιτεί ολιστική κατανόηση και πολυεπίπεδη προσέγγιση, τόσο στην πρόληψη όσο και στη θεραπεία (Anderson & Bushman, 2002).
Η ψυχολογία και οι κοινωνικές επιστήμες τονίζουν πλέον ότι η επιθετικότητα δεν είναι απλώς ένα ξέσπασμα θυμού ή μια γενετική προδιάθεση.
Είναι ένα μάθημα συμπεριφοράς, που καλλιεργείται, ενισχύεται ή αποθαρρύνεται μέσα από την οικογένεια, τα σχολεία, τα μέσα ενημέρωσης και τις κοινωνικές δομές (Bandura, 1973).
Η παιδική εμπειρία, η συναισθηματική ανασφάλεια και τα πρότυπα εξουσίας παίζουν κρίσιμο ρόλο στη διαμόρφωση της αντίληψης για τη βία και τη σύγκρουση.
Σε κοινωνικό επίπεδο, η επιθετικότητα αντικατοπτρίζει συχνά συλλογικές παθολογίες: ανισότητα, αποκλεισμό, φτώχεια, αλλά και την αποξένωση του σύγχρονου ανθρώπου.
Όπως υπογραμμίζει ο Fromm (1973), η «κακοήθης επιθετικότητα» γεννιέται μέσα σε συστήματα που προάγουν τον ανταγωνισμό αντί της συνεργασίας, την κυριαρχία αντί της κατανόησης.
Επομένως, η αντιμετώπισή της δεν είναι μόνο ατομική ευθύνη, αλλά και κοινωνική ανάγκη.
Η πρόληψη της επιθετικότητας περνά μέσα από την εκπαίδευση στην ενσυναίσθηση, τη συναισθηματική νοημοσύνη και τη διαχείριση των συγκρούσεων.
Προγράμματα όπως η μη βίαιη επικοινωνία (NVC) και η κοινωνικοσυναισθηματική μάθηση (SEL) αποδεικνύουν ότι η βία δεν είναι αναπόφευκτη· είναι μαθημένη και άρα αναστρέψιμη (Elias et al., 1997; Rosenberg, 2003).
Σε επίπεδο πολιτείας, η προώθηση πολιτικών ισότητας, η πρόσβαση στην ψυχική υγεία, και η ενίσχυση των κοινοτήτων μπορούν να μειώσουν σημαντικά τη βία.
Η ψηφιακή εποχή προσθέτει νέες προκλήσεις, αλλά και ευκαιρίες: η εκπαίδευση στην ψηφιακή ευθύνη μπορεί να περιορίσει φαινόμενα όπως το cyberbullying και η ρητορική μίσους.
Τελικά, η επιθετικότητα δεν είναι απλώς μια παρέκκλιση της ανθρώπινης φύσης· είναι αντανάκλαση των κοινωνικών μας σχέσεων.
Η μείωσή της προϋποθέτει αυτογνωσία, ενσυναίσθηση και συλλογική συνείδηση.
Όπως εύστοχα παρατηρεί ο Albert Bandura, “οι άνθρωποι δεν είναι καταδικασμένοι να είναι επιθετικοί· μαθαίνουν να είναι — και άρα μπορούν να μάθουν να μην είναι”.
Πηγές
- Anderson, C. A. (2001). Heat and violence. Current Directions in Psychological Science, 10(1), 33–38. https://doi.org/10.1111/1467-8721.00109
- Anderson, C. A., & Bushman, B. J. (2002). Human aggression. Annual Review of Psychology, 53(1), 27–51. https://doi.org/10.1146/annurev.psych.53.100901.135231
- Anderson, C. A., Gentile, D. A., & Buckley, K. E. (2010). Violent video game effects on aggression. Psychological Bulletin, 136(2), 151–173. https://doi.org/10.1037/a0018251
- Bandura, A. (1973). Aggression: A social learning analysis. Englewood Cliffs, NJ: Prentice-Hall.
- Beck, A. T. (1999). Prisoners of hate: The cognitive basis of anger, hostility, and violence. New York, NY: HarperCollins.
- Berkowitz, L. (1993). Aggression: Its causes, consequences, and control. New York, NY: McGraw-Hill.
- Björkqvist, K. (1994). Sex differences in physical, verbal, and indirect aggression: A review of recent research. Sex Roles, 30(3–4), 177–188. https://doi.org/10.1007/BF01420988
- Book, A. S., Starzyk, K. B., & Quinsey, V. L. (2001). The relationship between testosterone and aggression: A meta-analysis. Aggression and Violent Behavior, 6(6), 579–599. https://doi.org/10.1016/S1359-1789(00)00032-X
- Bushman, B. J., & Anderson, C. A. (2001). Is it time to pull the plug on the hostile versus instrumental aggression dichotomy? Psychological Review, 108(1), 273–279. https://doi.org/10.1037/0033-295X.108.1.273
- Caspi, A., McClay, J., Moffitt, T. E., Mill, J., Martin, J., Craig, I. W., … & Poulton, R. (2002). Role of genotype in the cycle of violence in maltreated children. Science, 297(5582), 851–854. https://doi.org/10.1126/science.1072290
- Cohen, D., Nisbett, R. E., Bowdle, B. F., & Schwarz, N. (1996). Insult, aggression, and the southern culture of honor: An experimental ethnography. Journal of Personality and Social Psychology, 70(5), 945–960. https://doi.org/10.1037/0022-3514.70.5.945
- Crick, N. R., & Grotpeter, J. K. (1995). Relational aggression, gender, and social-psychological adjustment. Child Development, 66(3), 710–722. https://doi.org/10.2307/1131945
- Davidson, R. J. (2000). Affective style, psychopathology, and resilience: Brain mechanisms and plasticity. Science, 289(5477), 595–599. https://doi.org/10.1126/science.289.5477.595
- Davidson, R. J., Putnam, K. M., & Larson, C. L. (2000). Dysfunction in the neural circuitry of emotion regulation: A possible prelude to violence. Science, 289(5479), 591–594. https://doi.org/10.1126/science.289.5479.591
- Deffenbacher, J. L. (2011). Cognitive-behavioral conceptualization and treatment of anger. Cognitive and Behavioral Practice, 18(2), 212–221. https://doi.org/10.1016/j.cbpra.2009.12.004
- Dodge, K. A., Coie, J. D., & Lynam, D. R. (2006). Aggression and antisocial behavior in youth. In W. Damon & R. Lerner (Eds.), Handbook of child psychology (pp. 719–788). Hoboken, NJ: Wiley.
- Dollard, J., Miller, N. E., Doob, L. W., Mowrer, O. H., & Sears, R. R. (1939). Frustration and aggression. New Haven, CT: Yale University Press.
- Elias, M. J., Zins, J. E., Weissberg, R. P., Frey, K. S., Greenberg, M. T., Haynes, N. M., … & Shriver, T. P. (1997). Promoting social and emotional learning: Guidelines for educators. Alexandria, VA: ASCD.
- Freud, S. (1920). Beyond the pleasure principle. Vienna, Austria: Internationaler Psychoanalytischer Verlag.
- Fromm, E. (1973). The anatomy of human destructiveness. New York, NY: Holt, Rinehart & Winston.
- Goleman, D. (1995). Emotional intelligence. New York, NY: Bantam Books.
- Infante, D. A., & Wigley, C. J. (1986). Verbal aggressiveness: An interpersonal model and measure. Communication Monographs, 53(1), 61–69. https://doi.org/10.1080/03637758609376126
- Kowalski, R. M., Giumetti, G. W., Schroeder, A. N., & Lattanner, M. R. (2014). Bullying in the digital age: A critical review and meta-analysis of cyberbullying research. Psychological Bulletin, 140(4), 1073–1137. https://doi.org/10.1037/a0035618
- Lapidot-Lefler, N., & Barak, A. (2012). Effects of anonymity, invisibility, and lack of eye-contact on toxic online disinhibition. Computers in Human Behavior, 28(2), 434–443. https://doi.org/10.1016/j.chb.2011.10.014
- Livingstone, S., & Haddon, L. (2009). EU Kids Online: Final report. London, UK: LSE.
- Lorenz, K. (1966). On aggression. New York, NY: Harcourt Brace.
- Neuman, J. H., & Baron, R. A. (2005). Aggression in the workplace: A social-psychological perspective. In S. Fox & P. E. Spector (Eds.), Counterproductive work behavior: Investigations of actors and targets (pp. 13–40). Washington, DC: American Psychological Association.
- Rosenberg, M. B. (2003). Nonviolent communication: A language of life. Encinitas, CA: PuddleDancer Press.
- Sanders, M. R. (2012). Development, evaluation, and multinational dissemination of the Triple P–Positive Parenting Program. Annual Review of Clinical Psychology, 8, 345–379. https://doi.org/10.1146/annurev-clinpsy-032511-143104
- Sherman, L. W., & Strang, H. (2007). Restorative justice: The evidence. London, UK: Smith Institute.
- Siever, L. J. (2008). Neurobiology of aggression and violence. American Journal of Psychiatry, 165(4), 429–442. https://doi.org/10.1176/appi.ajp.2008.07111774
- Staub, E. (1989). The roots of evil: The origins of genocide and other group violence. Cambridge, UK: Cambridge University Press.
- Twenge, J. M., Baumeister, R. F., Tice, D. M., & Stucke, T. S. (2001). If you can’t join them, beat them: Effects of social exclusion on aggressive behavior. Journal of Personality and Social Psychology, 81(6), 1058–1069. https://doi.org/10.1037/0022-3514.81.6.1058
- Wilkinson, R. G., & Pickett, K. (2010). The spirit level: Why equality is better for everyone. London, UK: Penguin Books.
- Zimbardo, P. (1971). The Stanford prison experiment. Stanford University, CA.
- Zimbardo, P. (2007). The Lucifer effect: Understanding how good people turn evil. New York, NY: Random House.