Τα τελευταία χρόνια, όλο και περισσότερες επιστημονικές μελέτες δείχνουν ότι τραυματικά γεγονότα, όπως η γονεϊκή εγκατάλειψη ή η έκθεση σε περιόδους πείνας και πολέμου, επηρεάζουν τις επόμενες γενιές, ακόμη και όταν αυτές δεν βιώνουν οι ίδιες τέτοιες συνθήκες.
Επιγενετική
Η επιγενετική μελετά πώς οι εμπειρίες και το περιβάλλον αλλάζουν τον τρόπο που λειτουργεί το DNA μας, χωρίς να το τροποποιούν. Όταν ζούμε έντονες εμπειρίες, το σώμα μας παράγει χημικές ομάδες που προσδένονται πάνω σε διάφορες περιοχές του DNA. Το συνθετικό “επί” στην λέξη επιγενετική δείχνει ότι αυτές οι αλλαγές συμβαίνουν πάνω στο DNA και όχι μέσα σε αυτό.

Οι επιγενετικές ουσίες που προσδένονται πάνω στο DNA, χωρίς να του αλλάζουν τη δομή και την αλληλουχία. By BioRender.
Οι επιστήμονες ονομάζουν αυτή τη μορφή κληρονομικότητας επιγενετική κληρονομικότητα και βασίζεται σε μηχανισμούς που δεν αλλάζουν το ίδιο το DNA, αλλά επηρεάζουν τον τρόπο με τον οποίο αυτό λειτουργεί.
Επιγενετική Κληρονομικότητα
Πώς όμως οι αλλαγές στο DNA που προκαλούνται από τις εμπειρίες των γονιών μπορούν να κληρονομηθούν στα παιδιά;
Κατά τη διαδικασία παραγωγής των σπερματοζωαρίων και των ωαρίων πραγματοποιείται επιγενετικός επαναπρογραμματισμός. Αυτό σημαίνει ότι σε κάθε σπερματοζωάριο ή ωάριο, που φέρει το DNA του άντρα ή της γυναίκας αντίστοιχα, οι προσδεδεμένες επιγενετικές ουσίες που έχουν συσσωρευτεί λόγω εμπειριών και περιβάλλοντος διαγράφονται, ώστε οι απόγονοι να ξεκινούν με ένα “καθαρό” επιγενετικό υπόβαθρο. Παρόλα αυτά, ορισμένες επιγενετικές αλλαγές είναι “ανθεκτικές”, ιδιαίτερα σε γονίδια που σχετίζονται με το στρες, τον μεταβολισμό ή τη συμπεριφορά, και μπορούν να ξεφύγουν από αυτή τη διαγραφή, μεταβιβαζόμενες στις επόμενες γενιές.

Ανθεκτικές επιγενετικές αλλαγές δεν διαγράφονται κατά τον επιγενετικό επαναπρογραμματισμό των γαμετών, και μπορούν να μεταβιβάζονται στις επόμενες γενιές. By BioRender.
Ο ρόλος του φύλου στην επιγενετική κληρονομικότητα
Η επιγενετική κληρονομικότητα εξαρτάται από το φύλο του εμβρύου. Κατά την γονιμοποίηση της γυναίκας, οι επιγενετικές αλλαγές που φέρει το γονιμοποιημένο ωάριο, προερχόμενες από το σπερματοζωάριο του άντρα και το ωάριο της γυναίκας, και που δεν διαγράφηκαν κατά τον επαναπρογραμματισμό, περνούν στο έμβρυο. Αν το έμβρυο είναι θηλυκό, τα κύτταρα που θα εξελιχθούν σε ωάρια σχηματίζονται νωρίς, μέσα στην κοιλιά της μητέρας. Έτσι, οι επιγενετικές αλλαγές μπορούν να φτάσουν στα ωάρια του και αργότερα να περάσουν στην επόμενη γενιά, δηλαδή στα εγγόνια της μητέρας, σε περίπτωση γονιμοποίησης. Αντίθετα, αν το έμβρυο είναι αρσενικό, τα γαμετικά του κύτταρα, που θα εξελιχθούν σε σπερματοζωάρια, σχηματίζονται πολύ αργότερα, μετά τη γέννηση. Έτσι, οι επιγενετικές αλλαγές δεν περνούν στα κύτταρα αυτά και, συνεπώς, δεν μεταβιβάζονται στα εγγόνια. Επομένως, όταν το έμβρυο είναι αρσενικό, τα εγγόνια ξεκινούν με καθαρό επιγενετικό υπόβαθρο, χωρίς τις αλλαγές που επηρέασαν τον παππού ή/και τη γιαγιά.
Παραδείγματα επιγενετικής κληρονομικότητας τραυματικών εμπειριών
Ένα γνωστό παράδειγμα επιγενετικής κληρονομικότητας είναι ο «Πεινασμένος Χειμώνας», δηλαδή η περίοδος πείνας στην Ολλανδία κατά τον χειμώνα του 1944-1945. Δείγματα από τον πληθυσμό αυτό είχαν συμπεριληφθεί σε μακροχρόνιες μελέτες που παρακολουθούσαν πολλές γενιές. Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι άτομα που εκτέθηκαν στην πείνα ενδομήτρια, κατά το ευαίσθητο στάδιο της πρώιμης εγκυμοσύνης, είχαν υψηλότερη συχνότητα καρδιοπάθειας, αυξημένη αρτηριακή πίεση σε νεαρή ηλικία και αυξημένο κίνδυνο σχιζοφρένειας. Επιπλέον, τα παιδιά των γυναικών οι οποίες είχαν εκτεθεί στην πείνα ενδομήτρια, δηλαδή τα εγγόνια της αρχικής μητέρας που βίωσε την περίοδο πείνας, παρουσίαζαν συνήθως τάση προς παχυσαρκία.
Οι επιστήμονες έχουν μελετήσει εκτενώς την επίδραση των τραυματικών εμπειριών σε άτομα που βίωσαν το Ολοκαύτωμα. Οι απόγονοι των επιζώντων εμφανίζουν υψηλότερη συχνότητα διαταραχής μετατραυματικού στρες (PTSD) και άλλων ψυχιατρικών διαγνώσεων, παρόλο που οι ίδιοι δεν βίωσαν άμεσα τα τραυματικά γεγονότα. Στην περίπτωση του Ολοκαυτώματος, οι επιπτώσεις μπορούν επίσης να εξηγηθούν μέσω συμπεριφορικής μετάδοσης, η οποία με τη σειρά της μπορεί να αφήσει επιγενετικά ίχνη. Είναι πιθανό οι κοινωνικές και επιγενετικές επιδράσεις να αλληλοενισχύονται.
Για παράδειγμα, οι απόγονοι των επιζώντων, ζώντας με ένα τραυματισμένο άτομο που είχε βιώσει τόσο έντονες εμπειρίες, μπορούν να επηρεαστούν άμεσα από την καθημερινή συμπεριφορά και τα συναισθήματα των γονιών τους. Οι αντιδράσεις τους μπορεί να ενεργοποιηθούν από αισθήματα ενοχής ή υπερβολικής ταύτισης με τις εμπειρίες των γονιών ή της κοινότητας, μέσω των αφηγήσεων που άκουγαν.
Επιπλέον, οι γονείς μπορεί να παρουσίαζαν συμπτώματα μετατραυματικού στρες (PTSD), τα οποία τα παιδιά τους μιμούνταν. Συχνά, τα παιδιά των επιζώντων ένιωθαν απορριφθέντα, αναλάμβαναν υπερβολική ευθύνη για τους γονείς από μικρή ηλικία ή ένιωθαν ενοχές για τις απώλειες που βίωσαν οι γονείς τους. Ορισμένοι γονείς εμφάνιζαν υπερβολικό φόβο για τον έξω κόσμο και δυσπιστία, διαμορφώνοντας έτσι τον τρόπο που τα παιδιά αντιλαμβάνονταν τον κόσμο. Όλα αυτά εξαρτώνται από το πώς οι γονείς κατάφεραν να διαχειριστούν τις ακραίες εμπειρίες τους και πώς αυτές εκδηλώθηκαν στη συμπεριφορά τους.
Επομένως, η επιγενετική κληρονομικότητα συχνά αλληλεπιδρά και ενισχύεται από τις συμπεριφορικές και κοινωνικές επιδράσεις στον άνθρωπο, οι οποίες δημιουργούν νέες επιγενετικές αλλαγές, γεγονός που καθιστά δύσκολο τον προσδιορισμό του βαθμού ευθύνης κάθε διάστασης μεμονωμένα.
Πηγές Άρθρου
- Jain, R., Epstein, J.A. (2024), Epigenetics, Congenital Heart Diseases: The Broken Heart. Advances in Experimental Medicine and Biology. Ανάκτηση από: https://link.springer.com/chapter/10.1007/978-3-031-44087-8_18#citeas
- Švorcová J. (2023), Transgenerational Epigenetic Inheritance of Traumatic Experience in Mammals, Genes (Basel) Ανάκτηση από: https://pmc.ncbi.nlm.nih.gov/articles/PMC9859285/



