Τι είναι τα Βιολογικά Όπλα και γιατί μας αφορούν;

Ως βιολογικά όπλα ορίζονται ζωντανοί οργανισμοί ή μολυσματικό υλικό προερχόμενο από αυτούς, που προορίζονται να προκαλέσουν ασθένεια ή θάνατο σε ανθρώπους, ζώα ή φυτά.

Το Γραφείο των Ηνωμένων Εθνών για Θέματα Αφοπλισμού (UNODA) δηλώνει ρητά ότι τα βιολογικά όπλα μπορούν να χρησιμοποιηθούν για την αποδυνάμωση των εχθρικών δυνάμεων, για πολιτικές δολοφονίες, για τη μόλυνση ζώων ή αγροτικών προϊόντων με σκοπό την πρόκληση ελλείψεων τροφίμων και οικονομικών απωλειών, καθώς και για τη δημιουργία περιβαλλοντικών καταστροφών και τη μαζική εξάπλωση ασθενειών, φόβου και δυσπιστίας στο κοινό.

Παραδείγματα χρήσης βιολογικών όπλων πριν τον 20ο αιώνα

Η μετάδοση ασθενειών έχει αποτελέσει μέσο επίτευξης στρατιωτικού πλεονεκτήματος επί πολλούς αιώνες, με περιστατικά να χρονολογούνται ήδη από το 300 π.Χ., όταν οι Έλληνες και αργότερα, οι Ρωμαίοι και οι Πέρσες χρησιμοποιούσαν σάπια πτώματα ζώων για να μολύνουν τις πηγές πόσιμου νερού των εχθρών τους. Στη νεότερη εποχή, μεταξύ των πιο διαβόητων ιστορικά καταγεγραμμένων περιπτώσεων είναι αυτή που συνέβη κατά τη διάρκεια του βρετανικού αποικισμού της Βόρειας Αμερικής το 1763, όταν ο Βρετανός Ανώτατος Διοικητής διέταξε τους αξιωματικούς του να διαδώσουν την ευλογιά ως στρατηγική για τη μείωση του αριθμού των ιθαγενών.

Με τις αρχές του 20ού αιώνα, η χρήση βιολογικών όπλων έγινε ζήτημα έντονης ανησυχίας, λόγω της ανάπτυξης της επιστήμης.

Παραδείγματα χρήσης βιολογικών όπλων κατά τους Παγκόσμιους Πολέμους

Κατά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, η Γερμανία χρησιμοποίησε το αέριο χλώριο ως χημικό όπλο σε μεγάλη κλίμακα, καθώς και βακτηριακά όπλα σε προσπάθειες μετάδοσης του άνθρακα (Bacillus anthracis), μιας βακτηριακής νόσου που προκαλεί σοβαρές λοιμώξεις στο δέρμα, στο αναπνευστικό σύστημα ή στο έντερο και μπορεί να αποβεί θανατηφόρα. Επίσης, χρησιμοποίησε βακτηριακά όπλα εναντίον των εχθρικών δυνάμεων σε προσπάθειες μετάδοσης του αδενικού κάρβουνου (Burkholderia mallei), που προσβάλλει κυρίως άλογα και άλλα ιπποειδή, προκαλώντας πυρετό, αναπνευστικά προβλήματα και δερματικές βλάβες. Παρόλα αυτά, οι συγκεκριμένες προσπάθειες βακτηριακής μόλυνσης δεν είχαν επιτυχή αποτελέσματα σε μεγάλη κλίμακα. Κατά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, η Γαλλία, το Ηνωμένο Βασίλειο, η Ρωσία, η Αυστροουγγαρία, η Ιταλία και οι Ηνωμένες Πολιτείες χρησιμοποίησαν επίσης χημικά όπλα, όπως χλώριο, φωσγένιο και αέρια υδροκυανίου.

Μετά τον πόλεμο, το Πρωτόκολλο της Γενεύης, που υπογράφηκε το 1925, ήταν η πρώτη επίσημη διεθνής συμφωνία σχετικά με την απαγόρευση τόσο των χημικών όσο και των βιολογικών όπλων. Αν και όλα τα κράτη που συμμετείχαν το υπέγραψαν, τα περισσότερα δεν το επικύρωσαν παρά πολλά χρόνια ή δεκαετίες αργότερα, συμπεριλαμβανομένης της Ιαπωνίας το 1970 και των Ηνωμένων Πολιτειών το 1975.

Με την άνοδο του φασισμού στην Ευρώπη και την προσέγγιση ενός νέου παγκόσμιου πολέμου, οι μεγάλες δυνάμεις μελετούσαν και ανέπτυσσαν όλα τα είδη όπλων, ακόμη και εκείνα που είχαν τυπικά απαγορευτεί από τις διεθνείς συμφωνίες. Το Πρωτόκολλο της Γενεύης απαγόρευε ουσιαστικά μόνο τη χρήση αυτών των όπλων και, ως εκ τούτου, χαρακτηρίστηκε ελλιπές από τα κράτη που το παραβίασαν στη συνέχεια, τα οποία υποστήριξαν ότι δεν διευκρίνιζε την απαγόρευση της έρευνας, της ανάπτυξης και της παραγωγής τους.

Μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του 1940, η Γερμανία είχε ανακτήσει σε μεγάλο βαθμό την ικανότητα παραγωγής χημικών όπλων και είχε ξεκινήσει έρευνα και στον τομέα των βιολογικών όπλων, αν και σε μικρότερη κλίμακα. Το πρόγραμμα βιολογικών όπλων παρέμεινε περιορισμένο και δεν αποτέλεσε προτεραιότητα, σε αντίθεση με εκείνα της Ιαπωνίας, του Ηνωμένου Βασιλείου και των Ηνωμένων Πολιτειών. Το ναζιστικό καθεστώς της Γερμανίας ανέπτυξε νευροτοξικά αέρια, όπως το σαρίν και το ταμπούν, τα οποία, μαζί με τα πειράματα που διεξήχθησαν με χημικά και βιολογικά όπλα, χρησιμοποιήθηκαν για τη μαζική εξόντωση κρατουμένων σε στρατόπεδα συγκέντρωσης.

Οι Ιάπωνες όμως δημιούργησαν το μεγαλύτερης κλίμακας πρόγραμμα ανάπτυξης βιολογικών όπλων υπό την ηγεσία του εθνικιστή Shiro Ishii. Στο απόγειό του, το πρόγραμμα απασχολούσε περισσότερους από 5.000 ανθρώπους και ευθυνόταν για χιλιάδες θανάτους ετησίως λόγω ανθρώπινων πειραμάτων, τα οποία διεξάγονταν σε συνολικά 26 κέντρα. Οι Ιάπωνες δοκίμασαν τουλάχιστον 25 διαφορετικούς παθογόνους παράγοντες σε κρατουμένους και ανυποψίαστους αμάχους.

Κατά τη διάρκεια του Σινοϊαπωνικού Πολέμου (1937–1945), ο οποίος από το 1939 και εξής εξελίχθηκε παράλληλα με τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, ο ιαπωνικός στρατός δηλητηρίασε περισσότερα από 1.000 πηγάδια νερού σε χωριά της Κίνας με χολέρα και τύφο. Ιαπωνικά αεροπλάνα έριξαν ψύλλους μολυσμένους με πανώλη πάνω από πόλεις της Κίνας ή τους διέδωσαν κατά μήκος δρόμων. Ορισμένες από τις επιδημίες που προκάλεσαν διήρκεσαν για χρόνια και συνέχισαν να σκοτώνουν περισσότερους από 30.000 ανθρώπους το 1947, δύο χρόνια μετά την παράδοση της Ιαπωνίας. Τα ιαπωνικά στρατεύματα χρησιμοποίησαν επίσης ορισμένους από αυτούς τους παθογόνους παράγοντες για να επιβραδύνουν την προέλαση του Κόκκινου Στρατού, μολύνοντας την κύρια πηγή γλυκού νερού του με τύφο και χολέρα.

Παραδείγματα χρήσης βιολογικών όπλων μετά τους Παγκόσμιους Πολέμους

Μετά τον Β’ παγκόσμιο πόλεμο, οι Σοβιετικοί συνέλαβαν και καταδίκασαν περίπου δώδεκα από τους Ιάπωνες ερευνητές βιολογικών όπλων για εγκλήματα πολέμου, ενώ οι Ηνωμένες Πολιτείες παραχώρησαν αμνηστία στους υπόλοιπους, συμπεριλαμβανομένου του ιδρυτή του προγράμματος, με αντάλλαγμα πληροφορίες για τα ανθρώπινα πειράματά τους. Με αυτόν τον τρόπο, εγκληματίες πολέμου έγιναν ξανά σεβαστοί πολίτες και ορισμένοι ίδρυσαν φαρμακευτικές εταιρείες. Ο διάδοχος του ιδρυτή δημοσίευσε μάλιστα μεταπολεμικά επιστημονικά άρθρα για ανθρώπινα πειράματα, αντικαθιστώντας τη λέξη «άνθρωποι» με «μαϊμούδες» όταν αναφερόταν στα πειράματα στην πολεμική Κίνα.

Παράλληλα με την εξέλιξη των βιολογικών και χημικών όπλων, ιδιαίτερη σημασία απέκτησε και η ανάπτυξη των πυρηνικών όπλων. Στο τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, η ρίψη των ατομικών βομβών στη Χιροσίμα και στο Ναγκασάκι το 1945 από τις ΗΠΑ στην Ιαπωνία σηματοδότησε την έναρξη της πυρηνικής εποχής και ανέδειξε τη δυνατότητα ολοκληρωτικής καταστροφής σε πρωτοφανή κλίμακα. Στη συνέχεια, κατά τον Ψυχρό Πόλεμο, οι μεγάλες δυνάμεις προχώρησαν σε εκτεταμένες επενδύσεις στην ανάπτυξη και διατήρηση πυρηνικών οπλοστασίων, με τη λογική της στρατιωτικής ισχύος μέσω όπλων μαζικής καταστροφής να παραμένει ενεργή στη διεθνή πολιτική.

Η πρώτη ατομική βόμβα στην ιστορία ισοπεδώνει τη Χιροσίμα. Hulton Archive/Getty Images.

Σήμερα, οι πυρηνικές απειλές και η ρητορική αποτροπής αποτελούν μέρος του γεωπολιτικού διαλόγου, εν μέσω των επιθέσεων των ΗΠΑ και Ισραήλ στο Ιράν και τον Λίβανο. Παράλληλα, η Κούβα συμπληρώνει 66 χρόνια οικονομικού αποκλεισμού από τις ΗΠΑ, σε μια περίοδο κατά την οποία έχουν καταγραφεί επανειλημμένα κρούσματα ασθενειών με επιπτώσεις στην ανθρώπινη υγεία, την κτηνοτροφία και τη γεωργία. Κουβανοί κυβερνητικοί αξιωματούχοι έχουν κατά καιρούς κατηγορήσει τις ΗΠΑ ότι έχουν χρησιμοποιήσει μικροοργανισμούς και έντομα ως βιολογικά όπλα εναντίον της χώρας, αναφέροντας περιστατικά όπως η εξάπλωση της ασθένειας των πουλερικών Newcastle το 1962, η εμφάνιση της ασθένειας του μπλε μύκητα του καπνού που κατέστρεψε τις καλλιέργειες καπνού το 1979–1980, καθώς και η εμφάνιση του εντόμου thrips το 1997, το οποίο επίσης προκάλεσε σοβαρές ζημιές στις καλλιέργειες, πλήττοντας την αγροτική παραγωγή και την οικονομία. Ορισμένες πηγές, όπως η Cuba Solidarity Campaign, έχουν υποστηρίξει ότι οι ΗΠΑ πραγματοποίησαν δεκάδες τέτοιες βιολογικές επιθέσεις από το 1962 και μετά. 

Συμπεράσματα

Συνολικά, τα όπλα μαζικής καταστροφής μπορούν να παραχθούν ή να χρησιμοποιηθούν από κράτη για στρατηγικούς και πολεμικούς σκοπούς, από μη κυβερνητικές οργανώσεις, καθώς και να αποτελέσουν αντικείμενο γεωπολιτικών εντάσεων, παραπληροφόρησης και προπαγάνδας, όπου ισχυρισμοί περί πολεμικών απειλών από άλλα κράτη μπορούν να αξιοποιηθούν για την αιτιολόγηση πολιτικών ή στρατιωτικών στρατηγικών και μέτρων «αμυντικού» χαρακτήρα.

Σκοπός αυτού του άρθρου είναι η ενημέρωση σχετικά με τις ακραίες στρατηγικές και τα μέσα που έχουν χρησιμοποιήσει τα κράτη από την αρχαιότητα έως σήμερα για την ενίσχυση της ισχύος τους και άλλων συμφερόντων, συχνά στο όνομα της άμυνας. Τίθεται, λοιπόν, το ερώτημα κατά πόσο είναι αναγκαίο ένα κράτος σήμερα να διαθέτει όπλα μαζικής καταστροφής ως μέσο άμυνας και επίδειξης ισότιμης ισχύος, προκειμένου να αποτρέπει απειλές και να διασφαλίζει την επιβίωσή του στο σύγχρονο γεωπολιτικό σύστημα, καθώς διαφορετικά ενδέχεται να καταστεί εύκολος στόχος; Ωστόσο, ακόμη και κράτη με ισχυρή στρατιωτική δύναμη βρίσκονται στο στόχαστρο ισχυρών διεθνών δυνάμεων, οι οποίες, με το πρόσχημα ότι τα εν λόγω κράτη συνιστούν απειλή λόγω της στρατιωτικής τους ισχύος και της πιθανής επέκτασής τους, προβαίνουν σε επιθέσεις, όπως συμβαίνει για παράδειγμα σήμερα με τις επιθέσεις των ΗΠΑ και του Ισραήλ έναντι του Ιράν. Συνεπώς, ας συλλογιστούμε κατά πόσο τελικά η στρατιωτική αποτροπή μέσω όπλων μαζικής καταστροφής αποτελεί πράγματι αποτελεσματική εγγύηση ασφάλειας για τα κράτη.

Παράλληλα, αν συγκρίνουμε διαχρονικά τον αριθμό των θανάτων από πολεμικές επιθέσεις μεγάλης κλίμακας με τη ζοφερή πραγματικότητα των εκατομμυρίων ανθρώπων που πεθαίνουν κάθε χρόνο από φυσικά αίτια, μπορούμε να αναρωτηθούμε κατά πόσο είναι αποδεκτή η διοχέτευση τεράστιων οικονομικών πόρων σε προγράμματα ανάπτυξης όπλων μαζικής καταστροφής, συμπεριλαμβανομένων βιολογικών, χημικών και πυρηνικών όπλων, υπό το πρόσχημα του αμυντικού τους χαρακτήρα, έναντι της ενίσχυσης της ετοιμότητας απέναντι σε φυσικές καταστροφές και ασθένειες.

Πηγές

  1. United Nations Office for Disarmament Affairs (UNODA), Biological Weapons. Ανάκτηση από: https://disarmament.unoda.org/en/our-work/weapons-mass-destruction/biological-weapons
  2. Frischknecht, F. (2003), The history of biological warfare: Human experimentation, modern nightmares and lone madmen in the twentieth century. EMBO Reports, 4(Suppl 1), S47–S52. Ανάκτηση από: https://pmc.ncbi.nlm.nih.gov/articles/PMC1326439/
  3. Grunden, W.E., Tuovinen, O.H. (2025), Legacy and impact of the 1925 Geneva Protocol: one hundred years of treaties and debates on chemical and biological weapons. Frontiers in Microbiology, 16:1685967. Ανάκτηση από: https://www.frontiersin.org/journals/microbiology/articles/10.3389/fmicb.2025.1685967/full
  4. Hernandez Cáceres, J.L. (2023), The US Biological and Chemical Aggression Against Cuba in 1963–1996. Journal of NBC Protection Corps, 7(2), 165–177. Ανάκτηση από: https://www.researchgate.net/publication/374956654_The_US_Biological_and_Chemical_Agression_Against_Cuba_in_1963-1996
  5. Atlas, R.M., Dando, M. (1999), The dual-use dilemma for the life sciences: perspectives, conundrums, and global solutions. Critical Reviews in Microbiology, 25(3), 155–169. Ανάκτηση από: https://www.tandfonline.com/doi/10.1080/10408419991299202

Η Δήμητρα Παπαιωάννου είναι Βιολόγος, απόφοιτη του Τμήματος Βιολογικών Εφαρμογών και Τεχνολογιών του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων, με μεταπτυχιακές σπουδές στις Βιοϊατρικές Επιστήμες στο Πανεπιστήμιο του Άμστερνταμ. Η πρώτη της επαφή με τη συγγραφή επιστημονικών άρθρων έγινε στο πλαίσιο των σπουδών της και συνεχίστηκε κατά την επαγγελματική της πορεία σε ερευνητικά κέντρα, στον χώρο της ακαδημαϊκής και ερευνητικής βιολογίας. Σταδιακά ανέπτυξε έντονο ενδιαφέρον για την επιστημονική γραφή προς το ευρύ κοινό, με καθοριστική εμπειρία τον εθελοντισμό της ως επιστημονική συγγραφέας στον Μη Κυβερνητικό Οργανισμό HildasHaus στο Βερολίνο, ο οποίος στοχεύει στην ενδυνάμωση περιθωριοποιημένων ατόμων. Κεντρικός άξονας των ενδιαφερόντων της είναι η επικοινωνία επιστημονικών δεδομένων σε μη επιστημονικό κοινό. Στο Maxmag αρθρογραφεί στη στήλη «Επιστήμη», με στόχο την ενημέρωση, την πρόληψη και την καλύτερη κατανόηση θεμάτων υγείας.

Related from Επιστήμη
Editor’s Pick
Επιστήμη 1 min
Η ψευδαίσθηση της επιλογής: Πόσο ελεύθερες είναι τελικά οι αποφάσεις μας;
Σου έχει τύχει ποτέ να κάνεις μία επιλογή και να νιώσεις την απόλυτη σιγουριά πως πηγάζει αποκλειστικά από…
Επιστήμη
Discover more from Επιστήμη
Explore the full collection of stories in this category, curated for your next read.
Explore the full Επιστήμη collection
123123123