«Εμφάνισες τα φιλμ από τις φωτογραφίες της συνέντευξης;»
«Ήρθε τέλεξ από Λονδίνο. Πρώτη στις εκλογές η Θάτσερ.»
«Κασέτες να αγοράσουμε για τη συνέντευξη.»
Αυτές οι φράσεις, και άλλες παρόμοιες, ακούγονται στον σημερινό αναγνώστη – ίσως ακόμη και σε έναν αρθρογράφο – παράξενες, διότι περιέχουν όρους που έχουν εκλείψει από τη σημερινή πραγματικότητα. Πριν 30 και κάτι χρόνια όμως ήταν όροι συνηθισμένοι σε μία κουβέντα, και ειδικά σε αυτήν που αναπτυσσόταν στα γραφεία μίας εφημερίδας…
Νοσταλγώ πραγματικά εκείνη τη δημοσιογραφία των «παλιών καλών χρόνων». Την καλή, στρατευμένη δημοσιογραφία, και όχι τον επονομαζόμενο «κίτρινο τύπο», ο οποίος υπήρχε ακόμη και τότε, υπό τη μορφή του αλήστου μνήμης «Αυριανισμού».
Αναπολώντας την εποχή του μελανιού λοιπόν. Του καιρού αυτού που ο σύντροφος ενός δημοσιογράφου ήταν το μελάνι του στυλό, της γραφομηχανής, του τυπογραφείου, και όχι ένα πληκτρολόγιο και μία σύνδεση σταθερής τηλεφωνίας. Του καιρού που οι εργαζόμενοι μίας εφημερίδας χρησιμοποιούσαν κάθε δυνατό μέσο, από τηλέφωνο έως τις προσωπικές διασυνδέσεις, για να διασταυρώσουν μία είδηση, που κάθε τους ρεπορτάζ «λόγχιζε» την εξουσία και το κατεστημένο, που η αλήθεια γι’ αυτούς ήταν κάτι το ιερό, διότι η εφημερίδα και το ραδιόφωνο ήταν η μοναδικές πηγές ενημερώσεως σε κάποιες περιοχές της χώρας.
Ήταν τα χρόνια των εμβληματικών χρονογράφων και σκιτσογράφων. Αυτών που ακόμη και σήμερα βρίσκουμε προφητικούς, και πολλές φορές αναρωτιόμαστε πόσο μπροστά ήταν, όταν διαβάζουμε κάποιο κείμενο ή βλέπουμε κάποιο σκίτσο του. Η εποχή όπου η φιγούρα του αρχισυντάκτη και του διευθυντή ήταν πατρική, και όχι μία εκπροσώπηση της εργοδοσίας, και του στυγνού εργασιακού μεσαίωνα που φέρανε τα μνημόνια…
Οι μορφές και τα αντικείμενα στα γραφεία… Χοντρά γυαλιά, ιδρωμένα πουκάμισα, χέρια μαύρα από το μελάνι που έχει ποτίσει το δέρμα. Το σακάκι αφημένο στην καρέκλα, και στο τραπέζι αντίτυπα της εφημερίδας, αποκόμματα και βιβλία, χαρτιά και σημειώσεις. Η γραφομηχανή στη μέση, και ένα τασάκι γεμάτο από γόπες Άσσου ή Rex. Τ’ άδεια πακέτα ήδη κείτονταν στον κάλαθο των αχρήστων, παρέα με μουτζουρωμένες σελίδες, τσαλακωμένα χαρτιά και ημιτελή σκίτσα. Οι λέξεις να ίπτανται στο χώρο: «οκτάστηλο, φίλμ, ρετούς». Λέξεις, που όπως έγραψα και παραπάνω, τείνουν να εξαφανιστούν στο σήμερα. Μόχθος για μία και μόνο φωτογραφία! Το “social media delivery” και το διαδίκτυο, λέξεις που δεν υπήρχαν καν στη συζήτηση! Ήθελε μαγκιά να βγάλεις τέτοια δουλειά χωρίς τις διευκολύνσεις του ηλεκτρονικού υπολογιστή…!
Οι συζητήσεις ανάμεσα στη συντακτική ομάδα, μεγαλόφωνες, έντονες, πνιγμένες στον καπνό. «Η Αλλαγή», «ο Χαρίλαος», «οι του Εσωτερικού», «ο Πεσμαζόγλου ΚΟ.ΔΗ.ΣΟ. το είπε τελικά το κόμμα», «ο Ανδρέας πάει για την εξουσία», «Λένε πως ο φρυδάς θα κάνει πρωθυπουργό το Ράλλη», και άλλα πολλά… Η ετοιμασία του φύλλου, η ύλη, η τελική έγκριση, «Φεύγει για τυπογραφείο!»… Αυτό ήταν λοιπόν!
Έξω, περασμένα μεσάνυχτα. Μαζεύεις το στυλό, το σημειωματάριο και το κασετοφωνάκι σου. Τα πετάς στην τσάντα μαζί με 2 κασέτες. Βγαίνεις στο δρόμο. Εάν δεν έχεις δικό σου μέσο, “την έβαψες”. Κλειστός ο Ηλεκτρικός τέτοια ώρα, όπως επίσης τα λεωφορεία και τα τρόλλεϋ (για μετρό ούτε λόγος, λένε-λένε, και πρόοδο δεν έχουμε δει). Ταξί λοιπόν… Σε πάει σπίτι πριν το χάραμα, για να κοιμηθείς 2-3 ώρες, και μετά ξανά στο γραφείο. Έχεις μπόλικη δουλειά την επόμενη. Την ώρα που εσύ κλείνεις τα μάτια, χαράματα πλέον, στο κρεβάτι, η εφημερίδα διανέμεται. Ο ταξιτζής που πιο πριν σε πήγε σπίτι τελειώνει τη βάρδιά του. Πλησιάζει τον πάγκο με τις εφημερίδες στο Σύνταγμα. Παίρνει στα χέρια του την εφημερίδα, το «παιδί» σου, το γέννημά σου. Δίνει το πεντάδραχμο στον εφημεριδοπώλη, και αγοράζει το φύλλο. Το λογότυπο στον τίτλο, η πένα που ΄ναι ταυτόχρονα κι ακόντιο, το πρωτοσέλιδο, οι ειδήσεις…
Και η ημέρα ξεκινάει με ενημέρωση…