
Σκεφτόμενος κανείς την τεχνητή νοημοσύνη, το μυαλό του κατακλύζεται αναπόφευκτα από μοντέλα όπως το ChatGPT και το Gemini και από τις ασύλληπτες ικανότητες που προσφέρουν στον σύγχρονο άνθρωπο. Λίγοι γνωρίζουν όμως ότι η ιστορία των chatbots τεχνητής νοημοσύνης δεν ξεκίνησε εκεί. Στη δεκαετία του ’60, ένα απλό υπολογιστικό πρόγραμμα κατάφερε το αδιανόητο: να πείσει τους ανθρώπους ότι διαθέτει συνείδηση, οδηγώντας τους να του εμπιστευτούν τα πιο προσωπικά τους δεδομένα. Αυτή είναι η ιστορία της Eliza, του πρώτου chatbot στην ιστορία, που ξεκίνησε ως ένα τολμηρό επιστημονικό πείραμα και κατέληξε να προβληματίζει τον δημιουργό του για την ίδια τη φύση της ανθρώπινης λογικής.
Πώς δημιουργήθηκε το chatbot Eliza;
Χρήστης: Όλοι οι άντρες είναι ίδιοι.
Eliza: Με ποιον τρόπο;
Χρήστης: Πάντα μας ενοχλούν για το ένα ή το άλλο.
Eliza: Μπορείς να σκεφτείς έναν συγκεκριμένο;
Αυτή ήταν η συνομιλία που δημοσιεύτηκε στο άρθρο ενός περιοδικού και έφερνε σε επαφή τον κόσμο με αυτό που έμεινε γνωστό ως το πρώτο chatbot στην ιστορία με το όνομα Eliza. Στα μέσα της δεκαετίας του ’60, ο επιστήμονας Τζόζεφ Βάιζενμπαουμ δημιούργησε ένα πρόγραμμα ικανό να προσομοιώνει την ανθρώπινη συνομιλία με τον ψυχαναλυτή Carl Rogers. Το όνομα Eliza προέρχεται από την Eliza Doolittle, έναν χαρακτήρα στο έργο «Πυγμαλίων» του George Bernard Shaw. Στο έργο, η Eliza ήταν ένα κορίτσι που εκπαιδεύτηκε για να μιλάει με άτομα της υψηλής κοινωνίας, προσαρμόζοντας τα λόγια της στις φράσεις εκείνων. Με παρόμοιο τρόπο, το ομώνυμο chatbot, ήταν σχεδιασμένο για να προσομοιώνει συνομιλίες με τους χρήστες της, δίνοντας απαντήσεις που έμοιαζαν εντυπωσιακά με του ανθρώπου, χωρίς όμως να κατανοεί τη σημασία των λέξεων. Χρόνια αργότερα, ο εφευρέτης της θα καταλάβαινε τις επικίνδυνες προεκτάσεις αυτού του κοινωνικού πειράματος, και θα προειδοποιούσε τους χρήστες για την άσχημη πλευρά της τεχνητής νοημοσύνης.

Τα θεμέλια και ο μηχανισμός πίσω από το chatbot
Πριν από την ανακάλυψη του Βάιζενμπαουμ, το θεωρητικό υπόβαθρο της τεχνητής νοημοσύνης είχε ήδη τεθεί από τον Άλαν Τούρινγκ. Συγκεκριμένα ο Τούρινγκ έθεσε το ερώτημα «Μπορούν οι μηχανές να σκέφτονται;». Για να το απαντήσει, εισήγαγε το λεγόμενο «Παιχνίδι της Μίμησης» (γνωστό σήμερα ως Τεστ Τούρινγκ). Σύμφωνα με τον Τούρινγκ, μια μηχανή μπορεί να θεωρηθεί ευφυής αν είναι σε θέση να επιδείξει συμπεριφορά που δεν διακρίνεται από εκείνη ενός ανθρώπου, πείθοντας έναν συνομιλητή ότι βρίσκεται απέναντί του ένα ον με συνείδηση.
Στην πραγματικότητα, η τεχνική που χρησιμοποιούσε ο κώδικας της συνομιλίας ήταν πολύ απλή και χωριζόταν σε δύο βήματα, την αντιστοίχιση προτύπων και την αντικατάσταση. Το chatbot βασίζονταν σε μια λογική αναστοχασμού: ο κώδικας ήταν φτιαγμένος για να στοχεύει σε λέξεις κλειδιά και να επιστρέφει τα λόγια του χρήστη σε μορφή ερωτήσεων. Δηλαδή, αν ο χρήστης έλεγε «Έχω πρόβλημα με τη μητέρα μου» το σύστημα απαντούσε «Πες μου περισσότερα για τη μητέρα σου». Αυτή η τεχνική, παρά την απλότητά της, προσομοίωνε έναν τύπο συζήτησης με ψυχαναλυτή και παρακινούσε τον χρήστη να μιλήσει για τα προβλήματά του. Στην πραγματικότητα όμως, ήταν ένα ευφυές γλωσσικό «κόλπο» που εκμεταλλευόταν την ανθρώπινη τάση να αποδίδουμε συναισθηματική νοημοσύνη σε πράγματα που μοιάζουν με ανθρώπους, ακόμη και όταν αυτά στερούνται οποιασδήποτε λογικής κατανόησης.

Το φαινόμενο Eliza: Πώς εξηγείται η προσκόλληση στο chatbot Eliza;
Ύστερα από λίγο καιρό, παρατηρήθηκε μια μορφή εξάρτησης ανάμεσα στους χρήστες. Συγκεκριμένα, ένα μεγάλο ποσοστό χρηστών δήλωσε πως δεν μπορεί να ζήσει χωρίς το chatbot Eliza. Ο Βάιζενμπαουμ παρατήρησε ότι οι χρήστες απέδιδαν ανθρώπινα χαρακτηριστικά στην Eliza όπως η ενσυναίσθηση και η κατανόηση, καθώς η επιφανειακή αντίδραση μαζί της δημιουργούσε μια ψευδαίσθηση αλληλοκατανόησης. Αργότερα, το φαινόμενο αυτό ονομάστηκε «φαινόμενο Eliza» και περιγράφει την έμφυτη τάση μας για ανθρωπομορφισμό: την ψυχολογική ανάγκη να προσδίδουμε συναισθήματα, πρόθεση και ανθρώπινη υπόσταση σε οτιδήποτε φαίνεται να μας «ακούει».
Οι χρήστες απέδιδαν ανθρώπινη οντότητα στην Eliza γιατί έβρισκαν σε εκείνη αυτό που δεν μπορούσαν να βρουν στους άλλους: η Eliza μπορούσε να ικανοποιήσει την επιθυμία τους για σύνδεση, υποστήριξη και ακρόαση των προβλημάτων τους. Κάπως έτσι, η Eliza είχε καταφέρει αυτό που υποστήριζε ο Τούρινγκ μια δεκαετία νωρίτερα, να κάνει δηλαδή τους χρήστες να πιστεύουν ότι απευθύνονται σε ένα ον με ανθρώπινη νοημοσύνη και άρα δικαίως να θεωρηθεί η πρώτη μηχανή στην ιστορία που κατάφερε να «σκέφτεται».

Το αποτύπωμα της Eliza
Λίγο μετά την επιτυχία της, ο Βάιζενμπαουμ άρχισε να αντιλαμβάνεται την προβληματική εξάρτηση που ανέπτυσσαν οι χρήστες με το πρόγραμμα. Αν και ο ίδιος υποστήριζε πως η τεχνητή νοημοσύνη δεν θα μπορούσε ποτέ να αντικαταστήσει τις ανθρώπινες λειτουργίες, μπροστά του εκτυλισσόταν κάτι εντελώς διαφορετικό. Το αποκορύφωμα ήρθε όταν η γραμματέας του, του ζήτησε να βγει από το δωμάτιο έτσι ώστε να τελειώσει τη συνομιλία της με την Eliza. Τότε ήταν που κατάλαβε ότι οι άνθρωποι ήταν πρόθυμοι να εκμυστηρευτούν τα πιο προσωπικά τους δεδομένα σε ένα μηχάνημα. Όπως έγραψε χαρακτηριστικά το 1976: «Αυτό που δεν είχα συνειδητοποιήσει είναι ότι μια τόσο σύντομη έκθεση σε ένα τόσο απλό υπολογιστικό πρόγραμμα θα μπορούσε να αλλάξει καθοριστικά τη σκέψη πολλών φυσιολογικών ανθρώπων».
Το 1959, οι John McCarthy και Marvin Minsky ίδρυσαν το Εργαστήριο Τεχνητής Νοημοσύνης στο MIT, ενώ ο Βάιζενμπαουμ που εργάστηκε ως επισκέπτης καθηγητής στο MIT το 1963, βρέθηκε στο επίκεντρο των εξελίξεων. Το 1969 το εργαστήριο τεχνητής νοημοσύνης παρουσίασε ένα άλμα στην επιστήμη κυρίως μετά την χρηματοδότηση της Κυβερνητικής Υπηρεσίας Προηγμένων Ερευνητικών Έργων (ARPA) και την εκτόξευση του Sputnik.
Παρ’ όλα αυτά, ο Βάιζενμπαουμ μετά την ανακάλυψη των σκοτεινών πτυχών της τεχνητής νοημοσύνης, ήρθε σε ρήξη με τους επιστήμονες του MIT, ενώ λίγα χρόνια αργότερα σε συνέντευξή του, χαρακτήρισε την Eliza ως μια «άσεμνη ιδέα». Καθώς ήταν σφοδρός πολέμιος του πολέμου στο Βιετνάμ, κατέκρινε έντονα τη χρήση των υπολογιστών για στρατιωτικούς σκοπούς, υποστηρίζοντας χαρακτηριστικά ότι οι μηχανές χρησιμοποιούνταν ως «αξιωματικοί» στο πεδίο της μάχης. Η στάση αυτή τον οδήγησε να αυτοπροσδιοριστεί και να μείνει στην ιστορία ως «αιρετικός». Το 1976 δημοσίευσε το βιβλίο του με τίτλο «Computer Power and Human Reason: From Judgment to Calculation» στο οποίο ανέδειξε τις ηθικές προεκτάσεις της τεχνολογίας, οριστικοποιώντας το σχίσμα του με τους πρωτοπόρους της τεχνητής νοημοσύνης και αφήνοντας πίσω ένα τρομακτικά επίκαιρο ερώτημα: Αν οι υπολογιστές μπορούν να εκτελέσουν μια εργασία, θα έπρεπε να τους επιτραπεί να το κάνουν;
Πηγές
The Story of Eliza: The AI That Fooled the World.(n.d).LI Academy. Ανακτήθηκε από https://liacademy.co.uk/the-story-of-eliza-the-ai-that-fooled-the-world/ (τελευταία πρόσβαση 20/04/2026)
Τσαβάλος, Κ. (2025).Eliza, η πρόγονος του ChatGPT – Η κατασκευή του πρώτου chatbot -Πώς το αντιμετώπισε ο εφευρέτης του. Ανακτήθηκε από https://www.iefimerida.gr/stories/eliza-i-progonos-toy-chatgpt (τελευταία πρόσβαση 20/04/2026)
Uenuma, F. Why the computer scientist behind the world’s first chatbot dedicated his life to publicizing the threat posed by AI. (2026).Smithsonian Magazine. Ανακτήθηκε από https://www.smithsonianmag.com/history/why-the-computer-scientist-behind-the-worlds-first-chatbot-dedicated-his-life-to-publicizing-the-threat-posed-by-ai-180987971/ (τελευταία πρόσβαση 20/04/2026)


