
Χθες βγήκα με την παρέα μου σε ένα ταβερνάκι της γειτονιάς για να χαλαρώσουμε μετά από μια έντονη και δύσκολη εβδομάδα. Είχαμε καιρό να βρεθούμε όλοι μαζί, γιατί οι ενήλικες υποχρεώσεις μας δεν μας το επέτρεπαν. Είχαμε πολλά να συζητήσουμε, νέα να μοιραστούμε μεταξύ μας.
Κατά τη διάρκεια της κουβέντας, ο πιο γενναίος ανάμεσά μας εξομολογήθηκε πως δεν είναι ευχαριστημένος με τη ζωή του. Δουλεύει σε κάτι που δεν του αρέσει, τελείωσε μια σχολή που τελικά δεν ήθελε και δεν έχει καταφέρει να ολοκληρώσει τους στόχους που είχε θέσει για τον εαυτό του.
Συγκεκριμένα μας είπε: « Είμαι 27 ετών, κοντεύω τα 30. Ιδανικά, θα ήθελα να μπορώ να είμαι ανεξάρτητος, να μένω μόνος μου, να κάνω τα ταξίδια μου, να αποκτώ εμπειρίες, να έχω βρει, τέλος πάντων, το νόημα της ζωής και το τι θέλω να κάνω». Key word: ιδανικά.
Καθόμουν και σκεφτόμουν τι πλύση εγκεφάλου μάς έχει κάνει η κοινωνία όλα αυτά τα χρόνια, ώστε να πιστεύουμε ότι το να είσαι 27 χρονών και να μην ξέρεις τι θέλεις να κάνεις με τη ζωή σου είναι παράλογο. Πώς μπορείς να νιώθεις ανεπαρκής ή ακόμα και αποτυχημένος επειδή δεν έχεις καταφέρει ακόμα να πραγματοποιήσεις όλα όσα ονειρεύεσαι;
Δημιουργούμε μια συγκεκριμένη εικόνα για το ποιοι πρέπει να είμαστε και που πρέπει να έχουμε φτάσει. Αυτή η εικόνα δεν προέρχεται κατευθείαν από εμάς, αλλά από τις επιταγές και τα στάνταρτ της κοινωνίας, στην οποία ζούμε. Μιας κοινωνίας που, ενώ η ίδια άλλαξε, ξέχασε να υπενθυμίσει στους ανθρώπους της ότι είναι εντάξει να αλλάξουν και εκείνοι.
Και κάπως έτσι προχωράμε μπροστά, όσο μπορούμε απαλλαγμένοι και πιο ελεύθεροι από τα στερεότυπα και τις εξιδανικεύσεις. Όμως, μπορεί και όχι. Γιατί παρόλο που τα δεδομένα έχουν αλλάξει κατά κόρον, οι απαιτήσεις, για κάποιον ανεξήγητο λόγο, παραμένουν οι ίδιες.
Θα σας δώσω ένα παράδειγμα: Η εύρεση εργασίας έχει γίνει πιο δύσκολη από ποτέ, οι μισθοί έχουν μειωθεί και το κόστος ζωής έχει αυξηθεί δυσανάλογα. Ποιο είναι το αποτέλεσμα; Ο μέσος 27χρονος να μην μπορεί να αυτοσυντηρηθεί και να μείνει μόνος του.
Και, όμως, παρόλο που τα δεδομένα δείχνουν πως η κατάσταση έχει γίνει τρομερά δύσκολη, γιατί κρίνουμε αποτυχημένο εκείνον που μένει στο σπίτι με τους γονείς του ή που δεν έχει βρει ακόμα σταθερή δουλειά; Πόσο μακριά περιμένουμε να φτάσει ένας άνθρωπος που μόλις ξεκίνησε;
Μοιάζει σαν να ζούμε σε μια εποχή που άλλαξαν οι συνθήκες, αλλά όχι τα μέτρα σύγκρισης. Μεγαλώσαμε ακούγοντας πως η ανεξαρτησία έρχεται φυσικά με την ενηλικίωση, πως μια σταθερή δουλειά και ένα δικό σου σπίτι είναι σχεδόν αυτονόητα βήματα. Κι όμως, η πραγματικότητα δείχνει κάτι εντελώς διαφορετικό. Οι επιλογές αυξήθηκαν, οι ευκαιρίες έγιναν πιο αβέβαιες και η σταθερότητα μοιάζει περισσότερο με εξαίρεση παρά με κανόνα. Παρ’ όλα αυτά, συνεχίζουμε να κρίνουμε τον εαυτό μας με τα ίδια παλιά κριτήρια, σαν να φταίμε εμείς που ο κόσμος άλλαξε χωρίς να μας δώσει νέο χάρτη.

Είναι κάπως κωμικοτραγικό όλο αυτό· το να φοβόμαστε μήπως «αργήσαμε». Μεγαλώσαμε με μια άτυπη χρονογραμμή στο μυαλό μας: μέχρι τα 25 να έχουμε τελειώσει τις σπουδές μας, μέχρι τα 30 να έχουμε σταθερή δουλειά, ίσως μια σχέση με προοπτική, ένα δικό μας σπίτι. Σαν να υπάρχει ένα αόρατο ημερολόγιο που σημειώνει καθυστερήσεις και αποκλίσεις. Ποιος όμως το όρισε αυτό το χρονοδιάγραμμα με συγκεκριμένα deadlines στη ζωή; Και γιατί το αποδεχτήκαμε τόσο αδιαμαρτύρητα;
Η ζωή δεν είναι διαγωνισμός ταχύτητας ούτε λίστα υποχρεώσεων που πρέπει να τσεκάρουμε μία προς μία για να θεωρηθούμε επιτυχημένοι. Από πότε η επιτυχία και η ευτυχία απέκτησαν όρια και ημερομηνία λήξης; Έχουμε αναρωτηθεί ποτέ ότι, σκεπτόμενοι όλα αυτά τα «πρέπει», δημιουργούμε επιπλέον άγχος στον εαυτό μας χωρίς ουσιαστικό λόγο;
Ενήλικας δεν γίνεσαι όταν κλείνεις τα 18. Ούτε καν όταν τελειώνεις το πανεπιστήμιο και τις σπουδές σου. Ενήλικας γίνεσαι όταν καταφέρεις να πατήσεις σταθερά σε στέρεο έδαφος· όταν καλείσαι να πάρεις κρίσιμες αποφάσεις για το μέλλον σου, όταν η ζωή σου καθορίζεται από μια σειρά επιλογών που θα σε οδηγήσουν προς τη μία ή την άλλη κατεύθυνση.
Κι όμως, ακόμα κι αυτή η έννοια του «στερεού εδάφους» είναι σχετική. Γιατί πώς μπορείς να νιώθεις σταθερότητα σε έναν κόσμο που μεταβάλλεται διαρκώς; Πώς μπορείς να είσαι απόλυτα σίγουρος για τις επιλογές σου όταν οι συνθήκες γύρω σου αλλάζουν πριν καν προλάβεις να προσαρμοστείς;

Σκεφτόμουν εκείνο το βράδυ την συζήτηση με τον φίλο μου. Πόσο θα θέλαμε όλα να είναι ιδανικά. Όμως πώς μπορούμε να περιμένουμε το ιδανικό, όταν οι συνθήκες γύρω μας δεν είναι ποτέ τέτοιες; Ο ίδιος ο κόσμος δεν είναι ιδανικός, κι όμως παλεύουμε να κάνουμε το καλύτερο που μπορούμε μέσα σε αυτόν.
Ίσως ο φίλος μου να μην ένιωθε αποτυχημένος επειδή δεν είχε πετύχει όσα ήθελε, αλλά επειδή πίστευε πως έπρεπε ήδη να τα έχει πετύχει. Κι αυτή η μικρή λέξη, το «ήδη», είναι που βαραίνει περισσότερο. Δημιουργεί μια αίσθηση καθυστέρησης, σαν να τρέχουμε σε έναν αγώνα χωρίς να ξέρουμε ποιος έδωσε την εκκίνηση ή ποιον συναγωνιζόμαστε.
Αναρωτιέμαι καμιά φορά αν τελικά ο μεγαλύτερος μας αντίπαλος δεν είναι οι δυσκολίες, αλλά η εικόνα που έχουμε χτίσει για το πώς θα έπρεπε να είναι η ζωή μας. Αν κυνηγάμε στόχους επειδή τους επιθυμούμε πραγματικά ή επειδή τους θεωρούμε απαραίτητους για να αποδείξουμε κάτι στους άλλους ή και στον ίδιο μας τον εαυτό.
Και ίσως το πιο παράδοξο απ’ όλα είναι πως ενώ ζούμε σε μια εποχή που μιλά συνεχώς για ελευθερία επιλογών, νιώθουμε πιο περιορισμένοι από ποτέ. Περιορισμένοι από τα «πρέπει» και από τις προσδοκίες. Φοβόμαστε να παραδεχτούμε ότι ακόμα ψάχνουμε, γιατί το «ψάχνω» μοιάζει με αδυναμία αντί για φυσικό στάδιο εξέλιξης. Όμως τελικά η αναζήτηση είναι όλα όσα έχουμε.



