
«Μα αφού μιλάμε την ίδια γλώσσα, γιατί δεν μπορούμε να συνεννοηθούμε;»
Αυτή είναι μια φράση που την ακούω συχνά, σχεδόν σε κάθε διάλογο. Ακόμα πιο συχνά, όμως, τη σκέφτομαι.
«Αφού σου λέω κάτι πολύ απλό, γιατί δεν με καταλαβαίνεις;»,
«Ελληνικά μιλάω, γιατί δεν μπορούμε να συνεννοηθούμε;»
και το αγαπημένο μου: «Δεν ξέρω τι άλλες λέξεις να χρησιμοποιήσω για να με καταλάβεις».
Πώς είναι, όμως, δυνατόν να έχουμε τόσο εύκολη και άμεση πρόσβαση σε πληθώρα πληροφοριών και αυτό, αντί να μας προτρέπει συνεχώς να μαθαίνουμε, να μας δημιουργεί την ψευδαίσθηση ότι τα ξέρουμε όλα; Υπάρχει άραγε ταβάνι στη γνώση; Και εφόσον μορφωνόμαστε και γνωρίζουμε τη σημασία τόσων λέξεων, πώς είναι δυνατόν να μην αντιλαμβανόμαστε τα λόγια του άλλου;
Τι συμβαίνει, λοιπόν, πραγματικά; Γιατί δεν μπορούμε πλέον να επικοινωνήσουμε ουσιαστικά μεταξύ μας; Τι — ή καλύτερα ποιος — φταίει;

Αυτό το φαινόμενα της μη-συνεννόησης το παρατηρώ συχνά, σχεδόν σε όλες μου τις διαπροσωπικές επαφές. Δεν μπορώ παρά να αναρωτιέμαι, κάνω κάτι λάθος εγώ ή απλά οι άλλοι δεν μπορούν να ερμηνεύσουν αυτά που λέω; Ή μήπως συμβαίνουν και τα δύο ταυτόχρονα.
Προσωπικά θεωρώ πως τα πράγματα έχουν γίνει τόσο δύσκολα γιατί, στην πραγματικότητα, δεν ενδιαφερόμαστε να επικοινωνήσουμε ουσιαστικά. Μέσα από τη συζήτηση έχουμε ως στόχο να αναδειχθούμε και να κυριαρχήσουμε. Δεν έχει πλέον σημασία τι θα κερδίσεις από τον διάλογο, αν θα αποκτήσεις λίγη παραπάνω γνώση ή αν θα γίνεις λίγο πιο σοφός. Σημασία έχει να βγεις νικητής.
Γιατί αυτός που «κερδίζει» σήμερα δεν είναι ο πιο έξυπνος, αλλά εκείνος που ξέρει να ελίσσεται πιο διπλωματικά. Εκείνος που χρησιμοποιεί βαρύγδουπες και δύσκολες λέξεις, πιστεύοντας πως έτσι θα εντυπωσιάσει και θα κερδίσει τις εντυπώσεις. Και κάπως έτσι καταλήξαμε, κάπου ανάμεσα στη γνώση και την επίδειξη, να χάσουμε το νόημα.
Τι συνέπειες έχει, όμως, πραγματικά αυτή η διαρκής αδυναμία συνεννόησης — σε διαπροσωπικό, κοινωνικό αλλά και οικονομικό επίπεδο;
Οι συνέπειες αυτής της διαρκούς αδυναμίας συνεννόησης δεν είναι αμελητέες. Σε δια-προσωπικό επίπεδο δημιουργούνται παρεξηγήσεις, αποστάσεις, θυμός και τελικά μοναξιά. Οι άνθρωποι αισθάνονται ότι δεν ακούγονται, ότι δεν γίνονται κατανοητοί και σταδιακά κλείνονται στον εαυτό τους. Όταν ο διάλογος παύει να είναι γέφυρα και μετατρέπεται σε πεδίο μάχης, η επικοινωνία χάνει τον ανθρώπινο χαρακτήρα της.
Σε κοινωνικό επίπεδο, η έλλειψη ουσιαστικής επικοινωνίας οδηγεί σε πόλωση και απώλεια εμπιστοσύνης. Οι συζητήσεις δεν στοχεύουν στην ανταλλαγή ιδεών, αλλά στην επιβεβαίωση απόψεων. Ο καθένας μιλά, λίγοι ακούν και σχεδόν κανείς δεν είναι πρόθυμος να αμφισβητήσει τον εαυτό του. Έτσι, η κοινωνία δυσκολεύεται να προχωρήσει, να εξελιχθεί και να συνθέσει.
Σε οικονομικό επίπεδο, η αδυναμία ουσιαστικής επικοινωνίας έχει άμεσο και μετρήσιμο αντίκτυπο, καθώς όταν οι άνθρωποι δεν μπορούν να συνεννοηθούν, αδυνατούν και να συνεργαστούν αποτελεσματικά. Παρεξηγήσεις στον χώρο εργασίας, λανθασμένες οδηγίες, συγκρούσεις μεταξύ ομάδων καθώς και έλλειψη εμπιστοσύνης οδηγούν σε καθυστερήσεις, μειωμένη παραγωγικότητα και κακή ποιότητα αποτελεσμάτων. Οι επιχειρήσεις, που βασίζονται στη συλλογική προσπάθεια και στη σαφή ανταλλαγή πληροφοριών, βλέπουν τους στόχους τους να θολώνουν, τις αποφάσεις να γίνονται αποσπασματικές και τους εργαζομένους να λειτουργούν περισσότερο ανταγωνιστικά παρά συνεργατικά, με αποτέλεσμα όχι μόνο να μειώνεται η αποδοτικότητα, αλλά και να αυξάνεται το κόστος σε χρόνο, ενέργεια και τελικά σε χρήμα.
Όλες αυτές οι συνέπειες, που εκτείνονται στο διαπροσωπικό, κοινωνικό και οικονομικό επίπεδο, αναδεικνύουν την πολυδιάστατη φύση και τη σοβαρότητα του προβλήματος. Το ερώτημα, λοιπόν, δεν είναι μόνο αν υπάρχει τρόπος να λυθεί, αλλά αν είμαστε πραγματικά διατεθειμένοι να αλλάξουμε τον τρόπο με τον οποίο επικοινωνούμε. Μήπως, τελικά, δεν χρειάζεται να βρούμε περισσότερες απαντήσεις, αλλά να μάθουμε να θέτουμε καλύτερες ερωτήσεις;
Ίσως το πραγματικό ερώτημα να μην είναι ποιος φταίει — περισσότερο ή λιγότερο — αλλά πόσο πρόθυμοι είμαστε εμείς οι ίδιοι να ακούσουμε πραγματικά. Να αφήσουμε για λίγο την ανάγκη μας να έχουμε δίκιο και να δώσουμε χώρο στον άλλον να εκφραστεί χωρίς φόβο ή άμυνα. Η κατανόηση και, κατ’ επέκταση, ο διάλογος δεν απαιτούν πάντα συμφωνία· προϋποθέτουν όμως σεβασμό, ενσυναίσθηση και διάθεση να δούμε τον κόσμο μέσα από τα μάτια του άλλου.
Δυστυχώς, για κάποιους αυτές οι έννοιες παραμένουν άγνωστες πρακτικές. Ευτυχώς, όμως, υπάρχει και εκείνη η μερίδα ανθρώπων που μας κάνει να πιστεύουμε στην καλοσύνη της ανθρωπότητας· εκείνοι που επιλέγουν να ακούν, να κατανοούν και να επικοινωνούν ουσιαστικά.