
Κάθε βράδυ, από τότε που ήμουν μικρή, υπήρχε αυτό το χέρι που με έφτανε με σιγουριά. Είναι αναμφίβολα μια από τις αγαπημένες μου αναμνήσεις. Η αδερφή μου πάντα έτεινε το δικό της έξω από το κρεβάτι κι εγώ το κρατούσα από την κούνια μου. Ήταν σαν τα χέρια μας να ενώνονταν ανάμεσα στο κενό από τα κρεβάτια μας και να δημιουργούσαν μια γέφυρα αγάπης. Ήταν κάτι παραπάνω από συνήθεια. Ήταν προστασία. Αγάπη που μ’ έκανε να νιώθω γεμάτη, σαν να γέμιζε η καρδιά μου καύσιμα για να αντέξω τα όνειρα και τις νύχτες. Ακόμα κι αν πονούσα το πρωί από το τέντωμα, ο πόνος περνούσε αμέσως, γιατί άφηνε πίσω το μούδιασμα και την αίσθηση της αγάπης.
Μεγαλώσαμε. Τα κάγκελα της κούνιας έφυγαν και έπειτα από λίγο καιρό τα κρεβάτια άλλαξαν. Κι εγώ τεντώθηκα να φτάσω το χέρι της. Δεν έφτανα όμως. Εκείνο το πρώτο βράδυ έκλαψα πολύ, όχι μόνο για το χέρι που δεν κρατούσα πια, αλλά και για τη μικρή που έμενε πίσω. Όσο κι αν τέντωνα το χέρι δεν την έφτασα. Και για πρώτη φορά κοιμήθηκα εκείνο το βράδυ χωρίς να της κρατήσω το χέρι.
Δεν είχα ζητήσει ποτέ από κανέναν να με κρατήσει. Μέχρι που ήρθε εκείνος. Ξαπλωμένοι, χουχουλιασμένη δίπλα του, το χέρι μου έτεινε και ζήτησε το δικό του. Και τότε ξανά για πρώτη φορά στον ύπνο μου, όχι μόνο ήθελα να κρατήσω κάποιον, αλλά με κρατούσε κι εκείνος. Κατάλαβα ότι η αγάπη μπορεί να γεμίσει ξανά την καρδιά, να γίνει καύσιμο, να με κρατήσει ασφαλή. Μες τον ύπνο και μες τα όνειρα με τραβάει κοντά του, με αγκαλιάζει, με φιλάει στα μαλλιά, και με μια απλή κίνηση μου θυμίζει: η μικρή μέσα μου δεν έχει χαθεί. Η αγάπη συνεχίζεται, απλόχερη, και η χαρά επιστρέφει στη μικρούλα που υπάρχει μέσα μου ακόμη κι αν η ζωή έχει κυλήσει.
Tι δώρο είναι να σε “βλέπουν” και να σε προσέχουν. Να σε παρατηρούν, να κοιτάνε μέσα σου και να αντικρίζουν κομμάτια σου που θέλουν αγάπη και έτσι απλά να τα αγαπούν. Χωρίς να το ζητήσεις. Να σε φροντίζουν αβίαστα, χωρίς πάλι να το ζητάς. Όπως έκανε και η μεγαλύτερη αδερφή στη μικρότερη, έτσι το κάνει κάποιος άλλος μετά. Η αγάπη του, χωρίς να το ξέρει, ήταν εξ αρχής υπέρ αρκετή και για τη μικρή μέσα μου, και ακόμη κι αν δεν το γνωρίζει την έκανε να νιώσει μεγάλη χαρά, την έκανε εκείνη πρωτίστως χαρούμενη και γεμάτη αγάπη. Αυτή είναι η ζωή — να διαλέγει ο ένας τον άλλον. Μιας και όλοι χρειαζόμαστε κάποιον να μας κρατά το χέρι. Είναι από τα πιο όμορφα πράγματα στον κόσμο να σε βλέπει κάποιος πραγματικά. Να κοιτάζει μέσα σου και να αναγνωρίζει κομμάτια σου που ίσως ούτε εσύ δεν είχες προλάβει να καταλάβεις. Να σου καλύπτει ανάγκες που ούτε καν ήξερες ότι χρειαζόσουν να καλυφθούν. Να σου προσφέρει αγάπη αθόρυβα, αυθεντικά, χωρίς όρους — μια αγάπη που δεν ήξερες καν ότι χρειαζόσουν, μέχρι που τη βρήκες μπροστά σου. Να σου κρατά το χέρι και, μέσα σε αυτή τη μικρή, απλή κίνηση, να σου θυμίζει πως δεν είσαι μόνος. Πως υπάρχει κάποιος που σε επιλέγει, σε φροντίζει και σε αγαπά ακριβώς όπως είσαι.
