Πηγή εικόνας: https://thewell.northwell.edu/parenting/parental-stress-management

Το παρόν άρθρο

Το στρες αποτελεί ένα από τα πιο διαδεδομένα ψυχολογικά φαινόμενα της σύγχρονης εποχής, επηρεάζοντας σημαντικά τη σωματική και ψυχική υγεία των ατόμων. Ιδιαίτερη σημασία αποκτά όταν αφορά τους γονείς, καθώς η ψυχική τους κατάσταση δεν επηρεάζει μόνο τους ίδιους, αλλά και τη συναισθηματική, κοινωνική και γνωστική ανάπτυξη των παιδιών τους. Τα τελευταία χρόνια, η επιστημονική έρευνα στρέφει όλο και περισσότερο το ενδιαφέρον της στη διερεύνηση της σχέσης μεταξύ του γονεϊκού στρες και της εμφάνισης νευροαναπτυξιακών διαταραχών στα παιδιά.

Ορισμός νευροαναπτυξιακών διαταραχών

Οι νευροαναπτυξιακές διαταραχές περιλαμβάνουν ένα σύνολο διαταραχών με πρώιμη έναρξη, οι οποίες επηρεάζουν την ανάπτυξη του νευρικού συστήματος και εκδηλώνονται ως ελλείματα στη γνωστική, γλωσσική, κοινωνική και συναισθηματική λειτουργία. Στις κύριες νευροαναπτυξιακές διαταραχές συγκαταλέγονται η Διαταραχή Αυτιστικού Φάσματος, η Διαταραχή Ελλειμματικής Προσοχής και Υπερκινητικότητας (ΔΕΠΥ), οι ειδικές μαθησιακές διαταραχές, οι διαταραχές επικοινωνίας και η διανοητική αναπηρία.

Τί είναι το γονεϊκό στρες;

Το γονεϊκό στρες ορίζεται ως το σύνολο των ψυχολογικών πιέσεων που βιώνει ένας γονέας κατά την άσκηση του ρόλου του, όταν οι απαιτήσεις της ανατροφής υπερβαίνουν τους διαθέσιμους ψυχικούς και υλικούς πόρους του. Παράγοντες όπως οι οικονομικές δυσκολίες, η εργασιακή ανασφάλεια, οι οικογενειακές συγκρούσεις, η έλλειψη κοινωνικής υποστήριξης και τα προσωπικά ψυχικά προβλήματα των γονέων, όπως το άγχος και η κατάθλιψη, αποτελούν βασικές πηγές στρες. Το γονεϊκό στρες μπορεί να είναι οξύ και παροδικό ή χρόνιο και μακροχρόνιο, με το δεύτερο να έχει σαφώς πιο επιβαρυντικές συνέπειες για το οικογενειακό σύστημα.

Σχέση γονεϊκού στρες και νευροαναπτυξιακών διαταραχών απογόνων

Η σχέση μεταξύ γονεϊκού στρες και νευροαναπτυξιακών διαταραχών φαίνεται να διαμεσολαβείται από τόσο βιολογικούς όσο και ψυχοκοινωνικούς μηχανισμούς. Σε βιολογικό επίπεδο, το χρόνιο στρες της μητέρας κατά την εγκυμοσύνη σχετίζεται με αυξημένα επίπεδα κορτιζόλης, η οποία μπορεί να διαπεράσει τον πλακούντα και να επηρεάσει την ωρίμανση του εγκεφάλου του εμβρύου. Μελέτες έχουν δείξει ότι η προγεννητική έκθεση στο στρες συνδέεται με αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης ΔΕΠΥ, συναισθηματικών διαταραχών και δυσκολιών στη ρύθμιση των συναισθημάτων.

Σε ψυχοκοινωνικό επίπεδο, το γονεϊκό στρες επηρεάζει άμεσα την ποιότητα της αλληλεπίδρασης γονέα–παιδιού. Γονείς που βιώνουν υψηλά επίπεδα στρες τείνουν να εμφανίζουν μειωμένη συναισθηματική διαθεσιμότητα, ασυνεπή φροντίδα και αυξημένη ευερεθιστότητα. Το οικογενειακό περιβάλλον συχνά γίνεται χαοτικό, με αποτέλεσμα το παιδί να στερείται σταθερών πλαισίων ασφάλειας και προβλεψιμότητας. Οι συνθήκες αυτές μπορούν να επηρεάσουν αρνητικά τον δεσμό προσκόλλησης, τη γλωσσική ανάπτυξη και την ικανότητα αυτορρύθμισης, παράγοντες κρίσιμους για την υγιή νευροαναπτυξιακή πορεία.

Ιδιαίτερη σημασία έχει το γεγονός ότι η σχέση αυτή είναι συχνά κυκλική. Η ύπαρξη ενός παιδιού με νευροαναπτυξιακή διαταραχή αυξάνει το στρες των γονέων, λόγω των αυξημένων απαιτήσεων φροντίδας, των εκπαιδευτικών δυσκολιών και των κοινωνικών προκλήσεων. Το αυξημένο στρες, με τη σειρά του, μπορεί να επιδεινώσει τα συμπτώματα του παιδιού, δημιουργώντας έναν φαύλο κύκλο αλληλεπίδρασης. Η δυναμική αυτή καθιστά σαφές ότι δεν πρόκειται για σχέση αιτίου–αποτελέσματος, αλλά για ένα πολύπλοκο σύστημα αμοιβαίων επιδράσεων.

Παρά την έντονη συσχέτιση μεταξύ γονεϊκού στρες και νευροαναπτυξιακών διαταραχών, δεν εμφανίζουν όλα τα παιδιά τα οποία μεγαλώνουν σε στρεσογόνα περιβάλλοντα, νευροαναπτυξιακές διαταραχές. Η ύπαρξη προστατευτικών παραγόντων, όπως η κοινωνική υποστήριξη, η συναισθηματική σταθερότητα έστω και ενός φροντιστή, οι θετικές σχολικές εμπειρίες και η έγκαιρη παρέμβαση, μπορούν να λειτουργήσουν αντισταθμιστικά. Επιπλέον, προγράμματα ψυχοεκπαίδευσης και ενδυνάμωσης των γονέων έχουν αποδειχθεί αποτελεσματικά στη μείωση του γονεϊκού στρες και στη βελτίωση της λειτουργικότητας ολόκληρης της οικογένειας.

Συμπεράσματα

Συμπερασματικά, το γονεϊκό στρες αποτελεί έναν σημαντικό παράγοντα κινδύνου για την εμφάνιση και την εξέλιξη νευροαναπτυξιακών διαταραχών στα παιδιά, χωρίς όμως να δρα μεμονωμένα. Η κατανόηση της πολυπαραγοντικής φύσης της σχέσης αυτής αναδεικνύει την ανάγκη για ολιστικές παρεμβάσεις, οι οποίες δεν εστιάζουν αποκλειστικά στο παιδί, αλλά στο σύνολο του οικογενειακού συστήματος. Η στήριξη των γονέων αποτελεί, τελικά, βασικό πυλώνα πρόληψης και προαγωγής της ψυχικής υγείας των παιδιών.

Βιβλιογραφία

Belsky, J. (1984). The determinants of parenting: A process model. Child Development, 55(1), 83–96.

Bronfenbrenner, U. (1979). The ecology of human development. Harvard University Press.

Glover, V. (2014). Maternal depression, anxiety and stress during pregnancy and child outcome. Psychological Medicine, 44(11), 2375–2385.

Neece, C. L., Green, S. A., & Baker, B. L. (2012). Parenting stress and child behavior problems. Journal of Intellectual Disability Research, 56(2), 133–148.

Shonkoff, J. P., & Garner, A. S. (2012). The lifelong effects of early childhood adversity. Pediatrics, 129(1), e232–e246.

World Health Organization (2018). Caregiver mental health and child development. WHO Press.