
Πηγή εικόνας: Η υπερακουσία στη ΔΑΦ
Τί είναι η υπερακουσία;
Οι Διαταραχές Μειωμένης Ανοχής στον Ήχο παρατηρούνται συνήθως στη ΔΑΦ. Οι πιο συνηθισμένοι τύποι είναι η υπερακουσία και η μισοφωνία. Η υπερακουσία είναι μια κατηγορία διαταραχών μειωμένης ανοχής στον ήχο στις οποίες μια αρνητική ή ασύμβατη αντίδραση προκαλείται από την έκθεση σε ήχους που δεν περιγράφονται ως απειλητικοί ή άβολοι από ένα νευροτυπικό άτομο. Αυτές οι αντιδράσεις είναι η απόκριση σε μη συγκεκριμένους ήχους (όπως το μάσημα και η εισπνοή), όπως θα συνέβαινε με τη μισοφωνία.
Η υπερακουσία ενδέχεται να επηρεάσει ένα άτομο σε διάφορους βαθμούς ανάλογα με τη σοβαρότητα. Έτσι, ενδέχεται να επηρεάσει τη συναισθηματική του ευημερία, τον ύπνο του, τη συγκέντρωσή του ή/και να προκαλέσει άγχος.
Αιτίες της υπερακουσίας
Η ακριβής αιτία της υπερακουσίας παραμένει άγνωστη. Οι θεωρίες υποστηρίζουν ότι η υπερακουσία είναι το αποτέλεσμα ενός αυξημένου νευρωνικού συγχρονισμού και αναδιοργάνωσης της τονοτοπικής δομής του ακουστικού φλοιού, καθώς και την πιθανότητα οι νευρώνες που συνήθως θα ανταποκρίνονταν σε δυνατούς ήχους να αρχίζουν να ανταποκρίνονται σε ήχους χαμηλότερης έντασης.
Χρησιμοποιώντας τη μαγνητική τομογραφία (MRI), οι επιστήμονες έχουν παρατηρήσει αυξημένη ακουστική δραστηριότητα στον ακουστικό μεσεγκέφαλο, τον θάλαμο και τον φλοιό. Άλλες θεωρίες προτείνουν τον ρόλο της κεντρικής ενίσχυσης της απολαβής στην υπερακουσία και την πιθανότητα η υπερακουσία να αποτελεί ένδειξη προβλημάτων με το μεταιχμιακό σύστημα ή την ακουστική οδό.
Η ΔΑΦ
Η διαταραχή του φάσματος του αυτισμού (ΔΑΦ) είναι μια σύνθετη νευροαναπτυξιακή διαταραχή η οποία χαρακτηρίζεται από μια σειρά διαφορών στους αισθητηριακούς, συμπεριφορικούς, γλωσσικούς και κοινωνικούς τομείς. Η ΔΑΦ αναφέρεται ως διαταραχή φάσματος επειδή οι εκδηλώσεις αυτής της διάγνωσης ποικίλλουν από άτομο σε άτομο. Ο
Οι πιο συχνές εκδηλώσεις περιλαμβάνουν τις γλωσσικές δυσκολίες, τις κοινωνικές/πραγματολογικές δυσκολίες και τα άκαμπτα και περιορισμένα ενδιαφέροντα. Πιο πρόσφατα, οι διαφορές στην προσοχή και την αντιληπτική και αισθητηριακή επεξεργασία έχουν βρεθεί να αποτελούν κύρια χαρακτηριστικά της ΔΑΦ, καθώς ερευνητικά ευρήματα έχουν βρει τον ρόλο που παίζουν αυτές οι διαφορές στην επικοινωνία.
Η έρευνα για τα αισθητηριακά προφίλ των ατόμων με ΔΑΦ έχει υποδείξει αυξημένες δεξιότητες αισθητηριακής διάκρισης καθώς και αυξημένη διάσπαση της προσοχής. Οι θεωρίες υποστηρίζουν ότι τα άτομα με ΔΑΦ έχουν αυξημένη αντιληπτική ικανότητα που τους επιτρέπει να επεξεργάζονται περισσότερες γνωστικές πληροφορίες σε σύγκριση με τους νευροτυπικούς συνομηλίκους τους. Αυτό περιλαμβάνει τις οπτικές πληροφορίες καθώς επίσης τα ακουστικά ερεθίσματα.
Η συχνότητα της υπερακουσίας στη ΔΑΦ
Η συχνότητα της υπερακουσίας στη ΔΑΦ, ποικίλλει ανάλογα με τον τρόπο αξιολόγησής της. Η συχνότητα εμφάνισης της υπερακουσίας στη ΔΑΦ, κυμαίνεται μεταξύ 15-40%, με φυσικές μεθόδους αξιολόγησης. Ενώ σε έρευνες που χρησιμοποιούνται ερωτηματολόγια γονέων, η συχνότητα εμφάνισης της υπερακουσίας κυμαίνεται μεταξύ 16-100%. Επιπλέον, σε μελέτες που χρησιμοποιούν ερωτηματολόγια εκπαιδευτικών, το ποσοστό είναι περίπου 30%, ενώ σε άλλες όπου υπάρχει συνδυασμός ερωτηματολογίων γονέων και εκπαιδευτικών, η συχνότητα εμφάνισης είναι 23,9% (Gomes κ.ά., 2006).
Η αξιολόγηση της υπερακουσίας
Αναφορικά με την αξιολόγηση της υπερακουσίας τόσο των ατόμων με ΔΑΦ (Διαταραχή Αυτιστικού Φάσματος) όσο και των τυπικά αναπτυσσόμενων, χρησιμοποιήθηκε το ερωτηματολόγιο υπερακουσίας, αλλά και η δοκιμασία ULL (Uncomfotable Loudness Level – Επίπεδο Ενοχλητικής Έντασης) σε 4 διαφορετικές συχνότητες.
Τα ευρήματα έδειξαν ότι υπάρχει στατιστικά σημαντική διαφορά μεταξύ της πειραματικής ομάδας (άτομα με ΔΑΦ) από την ομάδα ελέγχου (τυπικά αναπτυσσόμενα άτομα). Επιπλέον, στη δοκιμασία μη ανεκτού επιπέδου έντασης, τα ευρήματα έδειξαν ότι από την πιο χαμηλή έως την πιο υψηλή συχνότητα, τα άτομα με ΔΑΦ εμφάνιζαν στατιστικά σημαντικές διαφορές από τα νευροτυπικά άτομα.
Αναφορικά με τους μέσους όρους, στα 250 Hz (Hertz), η ομάδα ελέγχου είχε κατά απόλυτη τιμή 92dB HL (Decibels Hearing Level – Ντεσιμπέλ Επιπέδου Ακοής), ενώ η πειραματική κατά απόλυτη τιμή 77dB HL. Στη μεσαία συχνότητα (100Hz), οι νευροτυπικοί είχαν μέσο όρο 90dB HL, ενώ τα άτομα με ΔΑΦ είχαν 78dB HL. Στα 2000 Hz, η ομάδα ελέγχου είχε μέσο όρο 90dB HL, ενώ η πειραματική, 75dB HL.
Τέλος, στην υψηλότερη συχνότητα της δοκιμασίας (4000 Hz), τα άτομα με ΔΑΦ είχαν μέσο όρο 75dB HL κατά απόλυτη τιμή και τα τυπικά αναπτυσσόμενα άτομα είχαν 86dB HL.
Επομένως, οι μέσοι όροι των ατόμων με ΔΑΦ σε όλο το εύρος συχνοτήτων κυμαίνεται από 75dB HL-77dB HL, ενώ των τυπικά αναπτυσσόμενων ατόμων κυμαίνεται από 86dB HL-92dB HL.
Συμπερασματικά
Τα άτομα με ΔΑΦ εμφανίζουν υπερακουσία σε μεγαλύτερο ποσοστό από τα άτομα χωρίς ΔΑΦ. Επιπλέον, τα άτομα με ΔΑΦ υψηλής λειτουργικότητας εμφάνιζουν συχνότερα υπερακουσία σε σχέση με τα άτομα με ΔΑΦ χαμηλής λειτουργικότητας. Αυτά τα ευρήματα συμβάλλουν στον εμπλουτισμό της βιβλιογραφίας σε σχέση με την υπερακουσία και τη ΔΑΦ ώστε να χρησιμοποιηθούν σε μελλοντικές έρευνες.
Βιβλιογραφία
Βασιλειάδης, Γ. (2019). Ακοολογική Αντιμετώπιση: Τεχνολογία, Τεχνικές και Αποκατάσταση. Υπερβάλλουσα και Ψευδής Βαρηκοΐα, Εμβοές και Υπερακουσία, 645-650.
Παπιγκιώτη, Λ., & Γεωργίου, Ε. (2024). Διαταραχή Ακουστικής Επεξεργασίας. Αξιολόγηση της υπερακουσίας σε παιδιά με σύνδρομο ΔΑΦ, 32-35.
Σερετόπουλος, Κ , Λάμνισος, Δ., Γιαννακού, Κ., Η επιδημιολογία των διαταραχών του φάσματος του αυτισμού, Σύγχρονη έννοια της διαταραχής αυτιστικού φάσματος, 169-172.



