Πηγή εικόνας: Unsplash
Ο όρος διανοητική αναπηρία ανά τα χρόνια
Ο όρος ο οποίος αποδίδει τα ελλείμματα στη νοημοσύνη και την ικανότητα προσαρμογής στο περιβάλλον έχει υποστεί πολλές μεταβολές από τα μέσα του 19ου αιώνα και μετά, οπότε άρχισε η συστηματική μελέτη των ελλειμμάτων αυτών. Τέτοιου είδους αλλαγές στην πραγματικότητα μαρτυρούν τον έντονο προβληματισμό των επιστημόνων και ενίοτε τη δυσκολία προσδιορισμού των δυνατοτήτων και των αδυναμιών των ατόμων με διανοητική αναπηρία, αλλά και τις απόψεις τους σχετικά με τη μέθοδο εκπαίδευσής τους.
Το 1838, ο Jean Esquirol στο βιβλίο του για την ψυχική υγεία, αφιερώνει ένα μεγάλο κεφάλαιο, όπου περιγράφει τους ιδιώτες, δηλαδή τα άτομα τα οποία ποτέ δεν ανέπτυξαν τις νοητικές τους ικανότητες και τους διαφοροποιεί από τα νοητικά διαταραγμένα άτομα, τα οποία ανέπτυξαν τις νοητικές τους ικανότητες, αλλά κάποια στιγμή τις έχασαν. Επίσης, στα μέσα του 19ου αι. o Edward Seguin πρότεινε το πρώτο εκπαιδευτικό πρόγραμμα για άτομα με νοητική αναπηρία, το οποίο βασιζόταν στην άποψη ότι η αυξημένη οξύτητα και ο συντονισμός των κινήσεων, καθώς και η βελτίωση της μνήμης και της ικανότητας για μίμηση, ενισχύει τη γενική γνωστική ικανότητα. Ο ίδιος το 1876 ίδρυσε τον Αμερικανικό Σύλλογο για τη Νοητική Υστέρηση (American Association on Mental Retardation).
Το 1905, οι Alfred Binet και Theodor Simon κατόπιν αιτήματος της γαλλικής κυβέρνησης, δημιούργησαν μία κλίμακα για την αξιολόγηση της νοημοσύνης, προκειμένου να εντοπίζονται τα παιδιά σχολικής ηλικίας με νοητική αναπηρία. Την ίδια εποχή, ο Goddard χρησιμοποίησε τον όρο μικρόνοια, ο οποίος αντανακλά την πεποίθηση ότι η νοημοσύνη είναι κληρονομική και η εκπαίδευση δεν μπορεί να βοηθήσει στη βελτίωση του επιπέδου της.
Το 1916, ο Lewis Terman επινόησε τον δείκτη νοημοσύνης και το 1935 ο Edgar Doll με την Κλίμακα Κοινωνικής Ωριμότητας ουσιαστικά αναγνώρισε πρώτος ότι η αξιολόγηση της νοημοσύνης πρέπει να περιλαμβάνει και την ικανότητα του ατόμου στο περιβάλλον.
Τη δεκαετία του ‘50, ο Αμερικανικός Σύλλογος για τη Νοητική Υστέρηση χρησιμοποίησε τον όρο νοητική υστέρηση των έξι ωρών ο οποίος ουσιαστικά δίνει έμφαση στον παράγοντα της κοινωνικής προσαρμογής.
Ο όρος αυτός περιγράφει τα άτομα, τα οποία παρόλο που αδυνατούν να ανταποκριθούν στις ακαδημαϊκές τους υποχρεώσεις, είναι απολύτως ικανά να λειτουργούν αυτόνομα εκτός τάξης. Την ίδια περίοδο, όρισε επίσης τη νοητική υστέρηση με βάση τρία κύρια στοιχεία:
- τον χαμηλό δείκτη νοημοσύνης
- τη μειωμένη δυνατότητα προσαρμογής στις απαιτήσεις του περιβάλλοντος &
- την πρώτη εμφάνιση πριν την ηλικία των δεκαέξι ετών.
Επίσης, προσδιορίστηκαν πέντε επίπεδα για τη νοητική υστέρηση:
- η οριακή (Δείκτης Νοημοσύνης 67-83)
- η ήπια (ΔΝ 50-66)
- η μέτρια (ΔΝ 33-49)
- η βαριά (ΔΝ 16-32) &
- η βαρύτατη ( ΔΝ < 16).
Τις επόμενες δεκαετίες, ιδρύθηκαν στις Η.Π.Α. ομάδες για την προάσπιση των δικαιωμάτων των ατόμων με νοητική αναπηρία, όπως ο Εθνικός Σύλλογος Πολιτών με Νοητική Υστέρηση και η Προεδρική Επιτροπή για τη Νοητική Υστέρηση.
Ταξινόμηση της διανοητικής αναπηρίας κατά DSM-V
Σύμφωνα με το DSM-V, προκειμένου να γίνει η διάγνωση της διανοητικής αναπηρίας, θα πρέπει να πληρούνται τα εξής κριτήρια:
- Ελλείμματα στις νοητικές λειτουργίες, όπως ο συλλογισμός, η επίλυση προβλημάτων, ο σχεδιασμός, η αφηρημένη σκέψη, η διατύπωση κρίσης, η απόκτηση ακαδημαϊκής γνώσης και η μάθηση από την καθημερινή εμπειρία.
- Ελλείμματα στην ικανότητα προσαρμογής, τα οποία έχουν ως συνέπεια το άτομο να μην μπορεί να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις του επιπέδου ανάπτυξης, αλλά και τις απαιτήσεις που ορίζει το κοινωνικο-πολιτισμικό πλαίσιο, ώστε να είναι ανεξάρτητο και κοινωνικά υπεύθυνο.
- Η έναρξη των προβλημάτων νοημοσύνης και προσαρμογής εμφανίζονται πριν τα δεκαοκτώ έτη.
Η σοβαρότητα της διανοητικής αναπηρίας
- ήπια: η κατηγορία αυτή περιλαμβάνει περίπου το 85% των ατόμων με διανοητική αναπηρία. Τα παιδιά παρόλο που παρουσιάζουν αναπηρία, αναπτύσσουν επικοινωνιακές και κινητικές δεξιότητες ανάλογες με αυτές των συνομιλήκων τους.
- μέτρια: η κατηγορία αυτή περιλαμβάνει περίπου το 10% των ατόμων με διανοητική αναπηρία. Μπορούν να λειτουργούν υπό επιτήρηση σε προστατευμένα εργαστήρια ή εργασίες με αυστηρά δομημένες συνθήκες.
- βαριά: είναι απαραίτητο να διαβιώνουν σε ειδικές μονάδες.
- βαρύτατη: απαιτείται η στενή παρακολούθησή τους.
Υπάρχει και η κατηγορία διανοητική αναπηρία μη προσδιοριζόμενη αλλιώς η οποία εφαρμόζεται σε παιδιά μεγαλύτερα των πέντε ετών τα οποία δε μπορούν να αξιολογηθούν λόγω άλλων προβλημάτων. Από την άλλη πλευρά, υπάρχει ο όρος γενικευμένη αναπτυξιακή καθυστέρηση για παιδιά μικρότερα των πέντε ετών, για τα οποία είναι δύσκολο να προσδιοριστεί η νοητική τους λειτουργικότητα.
Βιβλιογραφία
Μετοχιανάκης, Η. (2000). Εισαγωγή στην παιδαγωγική. Ηράκλειο.
Παπαηλιού, Χ. (2021). Νοητική Αναπηρία. Αθήνα.
Σούλης, Σ. Γ. (2020). Σπουδή στη νοητική αναπηρία. Αθήνα.


