
Μέσα από το βλέμμα του Φουκώ, η αστυνομία αναδύεται ως ένας από τους κατεξοχήν μηχανισμούς της νεωτερικής διακυβέρνησης, όπου η ασφάλεια, η υγεία, η αγορά και η ίδια η καθημερινότητα υφαίνονται σε ένα ενιαίο πεδίο άσκησης εξουσίας. Η αστυνομία πόλεων στην Ελλάδα ως θεσμός, δεν μπορεί να ιδωθεί ως ένας ουδέτερος κρατικός μηχανισμός, αλλά ως θεσμός που συγκροτήθηκε μέσα στις κοινωνικές και πολιτικές εντάσεις του 20ού αιώνα. Από τις ευρωπαϊκές παραδόσεις της χωροφυλακής και της μητροπολιτικής αστυνόμευσης—μοντέλα που διαμορφώθηκαν στη Γαλλία, την Ιταλία και κυρίως στο Ηνωμένο Βασίλειο—η ελληνική εκδοχή υιοθέτησε στοιχεία που ανταποκρίνονταν στις ανάγκες ενός ταχέως μεταβαλλόμενου κράτους. Στο ελληνικό πλαίσιο, η αστυνομία πόλεων εντάχθηκε σε αυτή τη νεωτερική λογική: παρακολουθούσε τις μεταβολές της κοινωνίας, διασταυρωνόταν με την ιστορία της εγκληματικότητας, της αγοράς, των εκλογικών διαδικασιών και της δημόσιας τάξης, και αποτέλεσε έναν θεσμό που συνόδευσε τόσο τις μεγάλες πολιτικές τομές όσο και τις αφανείς όψεις της καθημερινής ζωής. Μέσα από αυτή τη διαδρομή, η αστυνομία αναδείχθηκε σε κεντρικό μηχανισμό του ελληνικού κράτους, καθορίζοντας και καθοριζόμενη από τις ιστορικές διεργασίες του 20ού αιώνα.
Η συγκρότηση της αστυνομίας πόλεων στον Μεσοπόλεμο

Η δημιουργία της αστυνομίας πόλεων δεν υπήρξε ένα μεμονωμένο διοικητικό γεγονός, αλλά η κορύφωση μιας μακράς και συχνά αντιφατικής διαδικασίας συγκρότησης κεντρικής κρατικής εξουσίας. Από τον 19ο αιώνα, η Ελλάδα λειτουργούσε με ένα μωσαϊκό σωμάτων—δημοτική αστυνομία, δικαστική αστυνομία, αστυφυλακή, χωροφυλακή—που αντανακλούσαν τις δυσκολίες ενός κράτους που προσπαθούσε να ενοποιήσει την επικράτειά του και να επιβάλει ενιαίες μορφές διοίκησης. Οι αντιπαλότητες μεταξύ κέντρου και περιφέρειας, οι συγκρούσεις συμφερόντων και η απουσία επαγγελματιών αστυνομικών που θα ενέπνεαν σεβασμό και εμπιστοσύνη στους κατοίκους των πόλεων, καθιστούσαν επιτακτική την ανάγκη για έναν νέο, σύγχρονο θεσμό.
Ήδη από τα τέλη του 19ου αιώνα, η ανεπάρκεια των υπαρχόντων σωμάτων είχε γίνει εμφανής: η αδυναμία της αστυφυλακής να διαχειριστεί την ασφάλεια των Ολυμπιακών Αγώνων του 1896, το θολό πλαίσιο δράσης της χωροφυλακής στον «Ατυχή Πόλεμο» του 1897 και, αργότερα, το κίνημα στο Γουδί το 1909, ανέδειξαν την ανάγκη για μια αστυνομία διακριτή από τον στρατό, με καθαρά αστυνομικά καθήκοντα και επαγγελματική συγκρότηση. Η ιδέα ενός εξειδικευμένου αστικού σώματος ωρίμαζε σταδιακά, αλλά θα ήταν ο Μεσοπόλεμος που θα έδινε θεσμική μορφή στην εδραίωση της αστυνομίας πόλεων.
Το διεθνές πλαίσιο και η βρετανική επιρροή που θεμελίωσε την αστυνομία πόλεων
Η πρόσκληση της βρετανικής αποστολής το 1918 δεν ήταν τυχαία. Ελλάδα και Ηνωμένο Βασίλειο είχαν τότε σύμπτωση συμφερόντων στην Ανατολική Μεσόγειο, ενώ ο Ελευθέριος Βενιζέλος, στο πλαίσιο του ευρύτερου βενιζελικού εκσυγχρονισμού, αναζητούσε διοικητικά πρότυπα από την πιο ανεπτυγμένη δύναμη της εποχής. Η Μεγάλη Βρετανία, πρωτοπορία του δυτικού καπιταλισμού, διέθετε ήδη ένα από τα πιο επιτυχημένα μοντέλα αστυνόμευσης: τη Μητροπολιτική Αστυνομία του Λονδίνου.

Όταν στάλθηκε στη χώρα βρετανική αποστολή, υπό τον Sir Frederick Hallyday, διαπίστωσε ότι η χωροφυλακή, με τον έντονα στρατιωτικό χαρακτήρα της και τις συνεχείς μεταθέσεις προσωπικού, δεν μπορούσε να αποτελέσει βάση για μια σύγχρονη αστική αστυνομία. Η αδυναμία των οπλιτών να γνωρίσουν τις τοπικές συνθήκες, η έλλειψη σταθερότητας και η εξάρτηση από τον στρατό καθιστούσαν αδύνατη την εφαρμογή ενός επαγγελματικού μοντέλου. Έτσι, η λύση ήταν πολιτική και τεχνική ταυτόχρονα: η ίδρυση του σώματος της αστυνομίας των πόλεων, ανεξάρτητης από τον στρατό, με δική της εκπαίδευση, ιεραρχία και αποστολή.

Αστυνομία πόλεων: ίδρυση και φυσιογνωμία
Με τον Νόμο 2461/1920 ιδρύθηκε η αστυνομία πόλεων, ένα σώμα που διαμορφώθηκε εξαρχής ως επαγγελματικός και αμιγώς αστικός μηχανισμός αστυνόμευσης. Η συγκρότησή του στηρίχθηκε σε τέσσερις θεμελιώδεις αρχές: την πλήρη ανεξαρτησία από τον στρατό, την εξειδικευμένη εκπαίδευση μέσα από δικές του σχολές και μεθόδους, τον επαγγελματισμό που στόχευε στην «επιστημονική και μεθοδική» άσκηση των καθηκόντων και, τέλος, τις αυξημένες αποδοχές που θα εξασφάλιζαν τη στελέχωση με ικανούς και σταθερούς υπαλλήλους. Η εγκατάστασή της σε Αθήνα, Πειραιά, Θεσσαλονίκη, Πάτρα και Κέρκυρα αντανακλούσε τις πιέσεις που ασκούσαν η αστικοποίηση και η προσφυγική κρίση στα μεγάλα αστικά κέντρα.

Η Αστυνομία Πόλεων σχεδιάστηκε ως θεσμός που γνωρίζει την πόλη και τις μεταβολές της, παρεμβαίνοντας σε κάθε πτυχή της καθημερινής ζωής: από τη φρούρηση δημοσίων κτιρίων και την εποπτεία της αγοράς έως τις εκλογικές διαδικασίες, τους αθλητικούς χώρους και τις εργατικές συγκεντρώσεις. Η αστυνόμευση ενσωματώθηκε έτσι στον αστικό ιστό, μετατρεπόμενη σε οργανικό στοιχείο της λειτουργίας της πόλης και όχι απλώς σε έναν μηχανισμό καταστολής.
Ο κύκλος αντεγκληματικής πολιτικής: η κοσμοαντίληψη της Αστυνομίας Πόλεων
Ο τρόπος με τον οποίο λειτούργησε η αστυνομία πόλεων κατά τον 20ό αιώνα δεν περιορίστηκε στην τυπική αστυνόμευση. Οι αξιωματικοί της, συχνά νομικοί και εγκληματολόγοι, εκπαιδευμένοι υπό τη βρετανική καθοδήγηση αλλά και υπό την επιρροή του Κωνσταντίνου Γαρδίκα, διαμόρφωσαν ένα νέο υπόδειγμα αντεγκληματικής δράσης. Στο επίκεντρο αυτού του υποδείγματος βρισκόταν η συστηματική συλλογή, ταξινόμηση και αξιοποίηση πληροφοριών, η οποία μετέτρεψε την αστυνομία σε φορέα παραγωγής γνώσης για την πόλη και τα κοινωνικά της προβλήματα.
Οι αξιωματικοί συνέτασσαν πίνακες και στατιστικά δεδομένα για ζητήματα όπως τα ναρκωτικά, η πορνεία ή η εγκληματικότητα ανηλίκων. Τα στοιχεία αυτά δημοσιεύονταν στον ημερήσιο τύπο αλλά και σε ειδικά έντυπα, με στόχο όχι μόνο να τεκμηριώσουν την ύπαρξη ενός προβλήματος, αλλά και να διαμορφώσουν κοινωνικές συμμαχίες. Γιατροί, γυναικείες οργανώσεις αστικής προέλευσης και επαγγελματικοί σύλλογοι συμμετείχαν στη συνέχεια στη διαμόρφωση νέων νομοθετικών πλαισίων. Η διαδικασία αυτή δημιουργούσε έναν επαναλαμβανόμενο κύκλο: συλλήψεις, μετρήσεις, ορισμός του προβλήματος, διάχυση των αποτελεσμάτων στον τύπο, συγκρότηση συμμαχιών και εκ νέου συλλήψεις. Ο κύκλος αυτός ενίσχυε την εικόνα μιας «επιστημονικής» αστυνομίας και προσέδιδε κύρος στο νέο σώμα έναντι της δυσκολότερα οργανώσιμης και συχνά κακόφημης χωροφυλακής.

Η αστυνομία πόλεων απέκτησε έτσι έναν χώρο ειδημοσύνης στα ζητήματα παραβίασης του νόμου. Καθόριζε τι συνιστά πρόβλημα, πώς ορίζεται η εγκληματικότητα και με ποιον τρόπο πρέπει να αντιμετωπίζεται. Η μέθοδος αυτή δημιουργούσε ένα καθεστώς αλήθειας γύρω από το έγκλημα, από το οποίο ήταν δύσκολο να εξέλθει κανείς. Οι γκρίζες ζώνες μεταξύ νόμιμου και παράνομου, ιδιαίτερα σε ζητήματα όπως η πορνεία, έδειχναν ότι το κράτος δεν επιδίωκε την πλήρη εξάλειψη των χώρων παραβατικότητας, αλλά τη διαχείρισή τους. Τα κοινωνικά και πολιτικά όρια ήταν συχνά δυσδιάκριτα, και η αστυνομία λειτουργούσε ως ρυθμιστής αυτών των ορίων.
Σημαντικό ρόλο είχε και ο λεγόμενος «κεντρικός επεξεργαστής» πληροφοριών, ένας πρώιμος κρατικός μνημονικός τόπος όπου συγκεντρώνονταν και ταξινομούνταν δεδομένα για πρόσωπα και δραστηριότητες. Η λειτουργία αυτή προανήγγειλε μεταγενέστερες δομές του κράτους, όπως οι φάκελοι κοινωνικών φρονημάτων. Η συστηματοποίηση της πληροφορίας δεν ήταν απλώς τεχνική διαδικασία· αποτελούσε στρατηγική επιλογή που ενίσχυε την κρατική επιτήρηση και διαμόρφωνε μια νέα σχέση ανάμεσα στην αστυνομία και την κοινωνία.

Οι ευθύνες της Αστυνομίας Πόλεων ήταν ευρύτατες. Δημοσιεύματα που σώζονται από τον ημερήσιο που συνέτασσε η ίδια η υπηρεσία, ασχολούνταν με ζητήματα εθνικού χαρακτήρα, όπως ο τρόπος χαιρετισμού της σημαίας, με θέματα παιδικής αγωγής και εξωσχολικής συμπεριφοράς, αλλά και με υγειονομικά ζητήματα, δίνοντας ιδιαίτερη βαρύτητα σε τοπικές επιδημίες που βρίσκονταν σε έξαρση. Η αστυνομία δεν περιοριζόταν στην καταστολή· παρενέβαινε σε κάθε πτυχή της κοινωνικής ζωής, διαμορφώνοντας πρότυπα συμπεριφοράς και αντιλήψεις για το δημόσιο συμφέρον.
Η κατάργηση της αστυνομίας πόλεων και η κληρονομιά της

Η αστυνομία πόλεων καταργήθηκε το 1984 με τον Νόμο 1481/1984, ο οποίος ενοποίησε το σώμα με τη Χωροφυλακή και δημιούργησε την Ελληνική Αστυνομία. Η απόφαση της κυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ δεν ήταν μια απλή οργανωτική μεταβολή. Αποσκοπούσε στη ρήξη με τις βαθιές πολιτικές ταυτίσεις που κουβαλούσαν τα δύο σώματα, ιδιαίτερα μετά τον Εμφύλιο και τη δικτατορία, και στην απομάκρυνση δομών που συνδέονταν ιστορικά με την πόλωση ανάμεσα στη Δεξιά και την Αριστερά. Η κυβέρνηση Παπανδρέου επιδίωξε να αναδιαμορφώσει τη σχέση κράτους και κοινωνίας, προβάλλοντας την ανάγκη «δημοκρατικοποίησης» της αστυνόμευσης και ενίσχυσης της κοινωνικής νομιμοποίησης του κράτους. Παρά την κατάργησή της, η αστυνομία πόλεων άφησε ισχυρό αποτύπωμα: η έμφαση στην αστική αστυνόμευση, η συστηματική διαχείριση πληροφοριών, ο τεχνοκρατικός προσανατολισμός και η επαγγελματοποίηση αποτελούν στοιχεία που εξακολουθούν να χαρακτηρίζουν την ελληνική αστυνομική πρακτική μέχρι σήμερα.
Πηγές άρθρου
Aliprantis, C. (2023). Policing Subversion in Post-Napoleonic Europe: Austria and the Greek Revolution of 1821–1830. Journal of Modern European History, 21(2), 251-265.
Αστερίου, Κ. Police functions, practices and human rights protection: the case of Greece.
Douvlis, K., & South, N. (2016). Police reform and social change in Greece: The development and merger of the gendarmerie and urban police forces. Revija za kriminalistiko in kriminologijoç, 4, 289-299.
Johnson, A. (2014). Foucault: Critical theory of the police in a neoliberal age. Theoria, 61(141), 5-29.
Lambropoulou, E. (2004). Citizens’ safety, business trust and Greek police. International Review of Administrative Sciences, 70(1), 89-110.
Rigakos, G. S., & Papanicolaou, G. (2003). The political economy of Greek policing: Between neo-liberalism and the sovereign state. Policing & Society, 13(3), 271-304.
Φωτάκης, Α. (2016). Η δημιουργία της Αστυνομίας Πόλεων και η βρετανική αποστολή: 1918-1932 (Doctoral dissertation, Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών (ΕΚΠΑ). Σχολή Φιλοσοφική. Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας. Τομέας Νεότερης και Σύγχρονης Ιστορίας).



