
Στην ελληνική πολιτική ιστορία, ορισμένα γεγονότα αναδεικνύονται άλλοτε ως παρασκηνιακές δυνάμεις που συμπληρώνουν το ιστορικό πλαίσιο και άλλοτε ως πρωταγωνιστές με διεθνή απήχηση, καθώς οι μεγάλες δυνάμεις παρεμβαίνουν ενεργά μέσω πρεσβειών, ανακτόρων και κοινωνικοοικονομικών δικτύων. Στον 20ό αιώνα, μια τέτοια χαρακτηριστική στιγμή υπήρξαν τα Ευαγγελικά, τα οποία συντάραξαν την ελληνική κοινωνία και αποκάλυψαν τις έντονες συγκρούσεις ανάμεσα στη γλωσσική, θρησκευτική και πολιτική πραγματικότητα της εποχής. Η αφορμή δόθηκε το 1901, όταν η εφημερίδα Ακρόπολις δημοσίευσε τη μετάφραση του κατά Ματθαίον Ευαγγελίου στη δημοτική — έργο που είχε ξεκινήσει με τη «μετάφραση της Βασίλισσας Όλγας» το 1898. Η πρωτοβουλία αυτή πυροδότησε τα αιματηρά γεγονότα που έμειναν γνωστά ως Ευαγγελικά, αποκαλύπτοντας το βαθύ ρήγμα ανάμεσα στον εκσυγχρονισμό και τη συντήρηση (Παπαρρηγόπουλος, 1987). Τα Ευαγγελικά δεν αποτέλεσαν απλώς μια γλωσσική διαμάχη, αλλά μια ιστορική καμπή που ανέδειξε τον τρόπο με τον οποίο η γλώσσα, η πίστη και η εξουσία διαπλέκονται στον πυρήνα της νεοελληνικής ταυτότητας.
Η απαρχή των Ευαγγελικών: Η μετάφραση που άναψε τη σπίθα
Η απαρχή των Ευαγγελικών συνδέεται άμεσα με τη δημοσίευση, το 1901, από την εφημερίδα Ακρόπολις των Ευαγγελίων στη δημοτική γλώσσα — είτε μεταφρασμένων, είτε μεταγλωττισμένων, είτε, όπως λεγόταν τότε, παραφρασμένων. Η πρωτοβουλία αυτή προκάλεσε έντονη κοινωνική αναστάτωση: φοιτητές και πλήθος πολιτών ξεχύθηκαν στους δρόμους, οδηγώντας σε σοβαρά επεισόδια και αιματηρές συγκρούσεις. Η ιστορική αφετηρία των γεγονότων, που αργότερα ονομάστηκαν Ευαγγελικά, εντοπίζεται στο 1898, λίγο μετά τον εξαντλητικό Ελληνοτουρκικό Πόλεμο. Τότε, η Βασίλισσα Όλγα, παρατηρώντας πως οι τραυματίες των νοσοκομείων δεν κατανοούσαν την τότε επίσημη εκκλησιαστική μετάφραση των Ευαγγελίων, ανέθεσε στη γραμματέα της, Ιουλία Σωμάκη, τη σύνταξη ενός κειμένου που θα μπορούσε να διαβαστεί από τον λαό. Η ενέργεια αυτή εντασσόταν σε μια ευρύτερη προσπάθεια άμβλυνσης του αντιδυναστικού κλίματος, αλλά και σε μια εποχή όπου το ζήτημα της μετάφρασης των Ιερών Κειμένων είχε ήδη προκαλέσει βαθύ θεολογικό και πολιτικό διχασμό. Παρότι ο Αρχιεπίσκοπος Προκόπιος —στενός συνεργάτης του Παλατιού— αρχικά ενέκρινε τη δημοσίευση, η Ιερά Σύνοδος απέρριψε επίσημα την πρόταση. Η Βασίλισσα, ωστόσο, παρέμεινε αμετακίνητη, και στις αρχές του 1901 το έργο εκδόθηκε σε χίλια αντίτυπα «προς αποκλειστικήν οικογενειακήν χρήσιν του ελληνικού λαού».

Η έκρηξη των Ευαγγελικών και ο γλωσσικός-πολιτικός διχασμός
Η εφημερίδα Ακρόπολις συνέχισε, όπως διακήρυττε, το έργο της Βασίλισσας Όλγας, δημοσιεύοντας σε συνέχειες τη «μετάφραση» του Κατά Ματθαίον Ευαγγελίου, γεγονός που στάθηκε η αφετηρία των γεγονότων που έμειναν γνωστά ως Ευαγγελικά. Η δημοσίευση αυτή, αρχικά αντικείμενο απλής ανησυχίας, σύντομα εξελίχθηκε σε κύμα έντονων αντιδράσεων και, τελικά, σε μαζική εξέγερση.
Η κοινωνία χωρίστηκε στα δύο: από τη μία πλευρά οι «αρχαϊστές» και «καθαρευουσιάνοι» που υπερασπίζονταν την παράδοση και τη γλωσσική καθαρότητα, και από την άλλη οι «μαλλιαροί» ή «ψυχαριστές», που προωθούσαν τον εκδημοκρατισμό της γλώσσας. Τα Ευαγγελικά απέκτησαν έτσι χαρακτήρα όχι μόνο θρησκευτικό, αλλά και εθνικοπολιτικό, καθώς η δημοτική ταυτίστηκε από τους αντιπάλους της με απειλή προς την εθνική ενότητα και την ορθόδοξη πίστη. Ο Τύπος της εποχής ενίσχυε το κλίμα φανατισμού, διαδίδοντας φήμες και ψευδείς ειδήσεις (Κωνσταντινίδης, 1976). Το Οικουμενικό Πατριαρχείο αντέδρασε άμεσα, ζητώντας από την Ιερά Σύνοδο της Εκκλησίας της Ελλάδος να λάβει μέτρα για την απαγόρευση τέτοιων μεταφράσεων. Όταν η Ακρόπολις ολοκλήρωσε τη δημοσίευση του έργου, προσπάθησε να μετριάσει τις αντιδράσεις δημοσιεύοντας γνώμες λογίων, όμως η ένταση είχε ήδη κορυφωθεί. Η απάντησή της στο Υπόμνημα της Θεολογικής Σχολής με προσβλητικούς χαρακτηρισμούς προς τους καθηγητές αποτέλεσε την τελική σπίθα που οδήγησε στη φοιτητική εξέγερση και στη βίαιη κορύφωση των Ευαγγελικών (Μιχάλαγα, 2021).
Ο όρος «μαλλιαροί» και η αντίδραση απέναντι στους δημοτικιστές

Ο χαρακτηρισμός «μαλλιαροί» χρησιμοποιήθηκε για να προσδιορίσει τους υποστηρικτές του δημοτικισμού, αποδίδοντάς τους έναν υποτιμητικό τόνο. Κατά μία εκδοχή, ο όρος «μαλλιαρή» καθιερώθηκε γύρω στο 1898 (Σαραντάκος, 2020) , όταν ο δημοσιογράφος και λογοτέχνης Ιωάννης Κονδυλάκης, απευθυνόμενος σκωπτικά προς τους δημοτικιστές συναδέλφους του –οι οποίοι συνήθιζαν να διατηρούν μακριά μαλλιά– φέρεται να σχολίασε: «ιδού και η μαλλιαρή φιλολογία». Με την πάροδο του χρόνου, διαμορφώθηκε ο μύθος ότι οι δημοτικιστές είχαν πράγματι μακριά μαλλιά, σε αντίθεση με τους καθαρευουσιάνους, οι οποίοι υποτίθεται ότι διατηρούσαν μια πιο «σεμνή» και ευπρεπή εμφάνιση. Κατά την περίοδο έντονων γλωσσικών αντιπαραθέσεων, ομάδα πανεπιστημιακών καθηγητών, με τη στήριξη της πλειονότητας του Τύπου (όπως οι εφημερίδες Εμπρός, Καιροί, Σκρίπ κ.ά.), συγκρότησαν μέτωπο αντίδρασης ενάντια στη μετάφραση κειμένων στη δημοτική γλώσσα. Οι «μαλλιαροί» παρουσιάζονταν ως άθεοι και φορείς ξένων, πανσλαβιστικών επιρροών, με τις επιθέσεις να στρέφονται τόσο εναντίον των μεταφραστών όσο και κατά της βασίλισσας Όλγας.
Η φοιτητική εξέγερση και η κορύφωση των Ευαγγελικών

Οι πρωτεργάτες των κινητοποιήσεων που οδήγησαν στα Ευαγγελικά προήλθαν κυρίως από το φοιτητικό σώμα, το καθηγητικό κατεστημένο, τις συντεχνίες και τον στρατό — δυνάμεις που λίγα χρόνια αργότερα θα πρωταγωνιστούσαν και στο Κίνημα του 1909. Από το πρωί της 6ης Νοεμβρίου 1901, το Πανεπιστήμιο Αθηνών βρισκόταν σε κατάσταση αναβρασμού. Οι παραδόσεις διεκόπησαν και οι φοιτητές συγκεντρώθηκαν αρχικά στα Προπύλαια, προτού ξεκινήσουν πορείες προς τα γραφεία των εφημερίδων Ακρόπολις και Άστυ, διαμαρτυρόμενοι για τα επικριτικά τους δημοσιεύματα. Η στοχοποίηση της Ακροπόλεως δεν οφειλόταν μόνο στη δημοσίευση της μετάφρασης του Ευαγγελίου, αλλά και στη γενικότερη στάση του διευθυντή της, Βλάση Γαβριηλίδη, ο οποίος εκπροσωπούσε μια προοδευτική και αντισυμβατική φωνή στον ελληνικό Τύπο. Η Ακρόπολις είχε ταχθεί υπέρ του δημοτικισμού και της εκσυγχρονιστικής ιδεολογίας, γεγονός που την έθετε σε αντίθεση με το συντηρητικό πανεπιστημιακό και πολιτικό κατεστημένο. Σε μια εποχή όπου οι εφημερίδες ασκούσαν τεράστια επιρροή στη διαμόρφωση της κοινής γνώμης, η δυναμική παρέμβασή της ενίσχυσε ακόμη περισσότερο τη σύγκρουση που επρόκειτο να ξεσπάσει.
Η αιματηρή σύγκρουση και οι πολιτικές αναταράξεις

Η Συντονιστική Επιτροπή των φοιτητών, από κοινού με τα μέλη των συντεχνιών, αποφάσισε τη διοργάνωση πορείας προς τους Στύλους του Ολυμπίου Διός. Παρά την απαγόρευση της κυβέρνησης, που είχε κινητοποιήσει στρατό και χωροφυλακή για να αποτρέψει τη συγκέντρωση, οι φοιτητές και οι διαδηλωτές επέμειναν, δηλώνοντας πως η πορεία θα ήταν ειρηνική. Οι δυνάμεις ασφαλείας είχαν ήδη παραταχθεί σε καίρια σημεία της πρωτεύουσας — από τη Βουλή έως τα Ανάκτορα — δημιουργώντας μια εκρηκτική ατμόσφαιρα. Όταν ορισμένοι διαδηλωτές, σε κατάσταση εθνικής έξαρσης, επιχείρησαν να παραβιάσουν την πύλη της Βουλής ζητώντας την παραίτηση της κυβέρνησης Θεοτόκη, η χωροφυλακή απάντησε με ακραία βία.
Μέσα στην αποπνικτική ατμόσφαιρα των γεγονότων της 10ης Νοεμβρίου, η ένταση των Ευαγγελικών κορυφώθηκε με πράξεις βίας που αποτύπωσαν το μέγεθος της κοινωνικής αναστάτωσης. Ομάδες διαδηλωτών, παρασυρμένες από τον πατριωτικό φανατισμό και την οργή για τα αιματηρά γεγονότα των προηγούμενων ημερών, προχώρησαν σε επιθέσεις εναντίον βουλευτών που ανήκαν στην κυβέρνηση του Γεωργίου Θεοτόκη. Οι λιθοβολισμοί, οι φραστικές επιθέσεις και τα επεισόδια γύρω από τα κυβερνητικά κτήρια αποτελούνταν πλέον από εκδηλώσεις μιας μαζικής κοινωνικής έκρηξης, που ξεπερνούσε τα όρια μιας απλής φοιτητικής διαμαρτυρίας. Η οργή των διαδηλωτών κορυφώθηκε μπροστά στην οικία του ίδιου του πρωθυπουργού, όπου, σύμφωνα με τις αναφορές της εφημερίδας Σκριπ, πλήθος συγκεντρωμένων λιθοβόλησε το κτίριο, προκαλώντας σοβαρές υλικές ζημιές και αναγκάζοντας την αστυνομία να επέμβει δυναμικά. Ακολούθησαν πυροβολισμοί, επέμβαση του ιππικού και σκηνές πανικού στο κέντρο της Αθήνας (Παπαρρηγόπουλος, 1987). Ο απολογισμός των Ευαγγελικών υπήρξε βαρύς: 8 έως 11 νεκροί (Σκριπ, 1901), δεκάδες τραυματίες και συλλήψεις φοιτητών και πολιτών. Η πόλη βυθίστηκε στο χάος, ενώ ο Κωστής Παλαμάς, συγκλονισμένος, έγραψε την «Τριλογία του Θυμού» καταδικάζοντας τη βία και τον διχασμό.

Οι πολιτικές συνέπειες και η κληρονομιά των Ευαγγελικών
Η τραγωδία των Ευαγγελικών προκάλεσε έντονες αντιπαραθέσεις στη Βουλή. Η αντιπολίτευση κατηγόρησε την κυβέρνηση Θεοτόκη για τους θανάτους, ενώ ο πρωθυπουργός αρνήθηκε κάθε ευθύνη, υποστηρίζοντας πως ο στρατός δεν είχε λάβει διαταγή να πυροβολήσει. Παρά τις διαβεβαιώσεις, το πολιτικό κλίμα παρέμεινε τεταμένο και τελικά, στις 11 Νοεμβρίου, ο Θεοτόκης υπέβαλε την παραίτησή του. Η κρίση αποκάλυψε όχι μόνο τη ρευστότητα του πολιτικού σκηνικού, αλλά και τη βαθιά ιδεολογική σύγκρουση που διέτρεχε το έθνος: ανάμεσα στην Ανατολική, ορθόδοξη παράδοση και τη Δυτική, ευρωπαϊκή προοπτική.
Τα Ευαγγελικά ως σταθμός στη διαμόρφωση της νεοελληνικής ταυτότητας
Η σύγκρουση αυτή θα επανέλθει λίγα χρόνια αργότερα με τα «Ορεστειακά» (1903), αποδεικνύοντας ότι η γλώσσα και η ταυτότητα συνέχιζαν να αποτελούν πεδίο έντονου αγώνα (Πούλου, 2025), Τα Ευαγγελικά, ως τα πρώτα αιματηρά επεισόδια του 20ού αιώνα, καθιέρωσαν έναν νέο τρόπο πολιτικής και κοινωνικής αντιπαράθεσης, όπου η γλώσσα λειτουργούσε ως σύμβολο εξουσίας και ιδεολογίας. Μέσα από αυτά διαμορφώθηκε το ιδεολόγημα του Ελληνοχριστιανισμού — η ταύτιση της εθνικής με την ορθόδοξη ταυτότητα — ενώ ταυτόχρονα τέθηκαν τα θεμέλια του «ιστορικού συμβιβασμού» που θα πραγματοποιούσε ο Ελευθέριος Βενιζέλος στο Σύνταγμα του 1911, κατοχυρώνοντας την καθαρεύουσα ως επίσημη γλώσσα του κράτους. Αυτά τα ιστορικά γεγονότα δεν αποτέλεσαν απλώς μια σύγκρουση για τη γλώσσα, αλλά ένα καθοριστικό σταυροδρόμι στην πορεία συγκρότησης της νεοελληνικής συνείδησης.
Πηγές-Βιβλιογραφία
Carabott, P. (1993). Politics, orthodoxy and the language question in Greece: The Gospel Riots of November 1901. Journal of Mediterranean Studies, 3(1), 117-138.
Εφημερίδα Νεολόγος Πατρών (1911). Ημερομηνία Έκδοσης 01/03/1911 , αρ. φύλλου 5913. Πάτραι
Εφημερίδα Σκριπ (1901) Έτος Ζ΄ – Περίοδος Β΄, Αριθμός Φύλλου 2240, 9 Νοεμβρίου 1901
Εφημερίδα Σκριπ (1901) Έτος Ζ΄ – Περίοδος Β΄, Αριθμός Φύλλου 2242, 11 Νοεμβρίου 1901
Εφημερίδα Σκριπ (1901) Έτος Ζ΄ – Περίοδος Β΄, Αριθμός Φύλλου 2243, 12 Νοεμβρίου 1901
Κωνσταντινίδης, Ε. (1976). Τα Ευαγγελικά: Το πρόβλημα της μεταφράσεως της Αγίας Γραφής εις την νεοελληνικήν και τα αιματηρά γεγονότα του 1901. Αθήνα.
Μανταδάκη, Σ. (2003). Της γλώσσας τα καμώματα: ετυμολογικές και άλλες γλωσσικές προσεγγίσεις
Μιχάλαγα, Δ. (2021). Ευαγγελικά: “Η βεβήλωσις του Ιερού Ευαγγελίου” πρόξενος των αιματηρών γεγονότων του 1901 / Evangelica (Gospel Riots): “The Desecration of the Holy Gospel” as the Cause of the Bloody Events of 1901. Στο: Τσικνάκης, Κ. Γ. & Σικ, Μ. (επιμ.), Βιβλικές μεταφράσεις – Ιστορία και πράξη: Επετειακός επιστημονικός τόμος για τα διακόσια χρόνια της Βιβλικής Εταιρίας. Αθήνα.
Παπαρρηγόπουλος, Κ. (1987). Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τόμος ΙΔ΄: Νεώτερος Ελληνισμός από το 1881 ώς το 1913. Αθήνα: Εκδοτική Αθηνών, σσ. 174–177.
Πούλου, Γ. Μ. Π. (2025). Η διαμάχη για το γλωσσικό ζήτημα μέσα από τα «Ορεστειακά» και τις θέσεις επιφανών λογίων στον Τύπο της εποχής (Doctoral dissertation, Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης).
Σαραντάκος, Ν. (2020), Ο Κονδυλάκης και οι μαλλιαροί (Μια επιστολή του 1905). Διαθέσιμο στο: https://sarantakos.wordpress.com/2020/01/16/kondylakis (Ημερομηνία πρόσβασης: 1 Νοεμβρίου 2025).