
Ο Ορέστης φιλοδοξεί μέσω των φιλοσοφικών του ιδεών-ονομάζει την διατριβή του Καινή διαθήκη- να ανατρέψει το στείρο και ξεπερασμένο τρίπτυχο Πατρίς-Θρησκεία-Οικογένεια και να μιλήσει για μια νέα ηθική, μία νέα ‘’θρησκεία’’ όπως λέει. Αντιμετωπίζει την αποδοκιμασία και τον χλευασμό των γνωστών του ενώ παράλληλα είναι μπλεγμένος στα δίχτυα της Νόρας, μιας καταστροφικής γυναίκας για την οποία όμως έχει μεγάλο πάθος.
Η Χρυσούλα ζει στην σκιά της Νόρας και σε όλη την διάρκεια της αφήγησης είναι συμβιβασμένη από την αγάπη της για τον Ορέστη. Ο Γοργίας αναλώνει το χρόνο του στο να αναφέρεται στους αρχαίους ποιητές, ενώ παράλληλα είναι ερωτευμένος με την Χρυσούλα και ελπίζει να εκδώσει ένα βιβλίο για τον Σοφοκλή. Και οι τρεις ήρωες έχουν άδοξο τέλος, με τον Γοργία να πεθαίνει από δυστύχημα, τη Χρυσούλα να υποκύπτει στην αρρώστια της και τον Ορέστη να καταλήγει αλήτης στους δρόμους.

Ο Καζαντζάκης στο πρόσωπο του Ορέστη σκιαγραφεί τον εαυτό του την περίοδο των φιλοσοφικών αναζητήσεων. Το έργο έχει πολύ απλή πλοκή. Αποτελεί κυρίως μία αυτοβιογραφική αφήγηση παρά ένα λογοτεχνικό μυθιστόρημα, που εστιάζει στην ψυχολογία και τα συναισθήματα των ηρώων. Ωστόσο, όπως αναφέρουν και κριτικές του βιβλίου, μέσα σε αυτό το έργο παρουσιάζει ο Καζαντζάκης έννοιες όπως ο νεανικός έρωτας, η πνευματική επανάσταση, η ψυχική ελευθερία.
Η σημασία του έργου έγκειται στο ότι μας δίνει ξεκάθαρα την εικόνα του Καζαντζάκη από τα πρώτα χρόνια της ζωής του που αμφιταλαντευόταν στις ιδέες του και βρισκόταν σε αναζήτηση. Δεν αποκλείεται το όνομα Γοργίας, να είναι σοφιστική αναφορά καθώς χρησιμοποιούσε την γνώση απευθείας από τα αρχαία κείμενα σε αντίθεση με την φιλοσοφική αναζήτηση και το πνεύμα του Ορέστη. Οι χαρακτήρες ακόμα και σήμερα μοιάζουν απόλυτα αληθινοί καθώς πολλοί νέοι αναλώνονται σε πνευματικές αναζητήσεις χωρίς τέλος, σε ανέλπιδους έρωτες ενώ πολύ ηλικιωμένοι διατηρούν επιμελώς την προσκόλληση τους στο παρελθόν. Το έργο είναι αδιαμφισβήτητο κομμάτι της παράδοσης που εκπροσωπεί ο Καζαντζάκης.


