Build advanced payment workflows with the Fusebox Elavon Portal and leverage Elavon’s enterprise infrastructure for global payment operations.

Παιδιά γονέων με ήπια διανοητική αναπηρία

Πηγή εικόνας: Παιδιά γονέων με ήπια διανοητική αναπηρία

Το παρόν άρθρο, με τίτλο Παιδιά γονέων με ήπια διανοητική αναπηρία, θα παρουσιάσει τις αναπτυξιακές προκλήσεις των παιδιών με γονείς με ήπια διανοητική αναπηρία, τις στρατηγικές παρέμβασης στην οικογένεια και το σχολείο, τη συμβολή της ευρύτερης οικογένειας και του κοινωνικού κράτους και τη συμβολή της τεχνητής νοημοσύνης.

Η ήπια διανοητική αναπηρία ορίζεται από τον δείκτη νοημοσύνης ο οποίος είναι μεταξύ 50–70 και από τις δυσκολίες του ατόμου σε τομείς όπως ο σχεδιασμός, η λήψη αποφάσεων και η προσαρμοστική συμπεριφορά. Τα άτομα αυτά μπορούν να αναπτύξουν τις βασικές δεξιότητες της ζωής, να εργαστούν και να δημιουργήσουν οικογένεια, όμως συχνά δυσκολεύονται με τη διαχείριση των σύνθετων κοινωνικών και οργανωτικών απαιτήσεων (American Psychiatric Association, 2022).

Τα παιδιά γονέων με ήπια διανοητική αναπηρία βρίσκονται σε αυξημένο κίνδυνο εκδήλωσης νευροαναπτυξιακών διαταραχών, σχολικής αποτυχίας και κοινωνικής ευαλωτότητας (Adolfsson κ.ά., 2024· McConnell & Llewellyn, 2019). Ωστόσο, η οικοσυστημική προσέγγιση, μας βοηθά να κατανοήσουμε ότι το παιδί δεν επηρεάζεται μόνο από το οικογενειακό πλαίσιο, αλλά και από το σχολείο, την κοινότητα και τις κοινωνικές πολιτικές. Όταν ένα από αυτά τα συστήματα αποτυγχάνει, οι επιπτώσεις μεταφέρονται σε όλα τα επίπεδα ανάπτυξης (Bronfenbrenner, 2005).

Τα παιδιά γονέων με ήπια διανοητική αναπηρία μεγαλώνουν σε οικογενειακά περιβάλλοντα που συχνά έχουν αγάπη και φροντίδα, με περιορισμούς, ωστόσο, στην ανάπτυξη των γνωστικών, οργανωτικών και κοινωνικών δεξιοτήτων των παιδιών τους.

Για παράδειγμα, ένας γονέας με ήπια διανοητική αναπηρία μπορεί να δυσκολεύεται να οργανώσει τη σχολική ρουτίνα του παιδιού του, να ακολουθήσει τις απαιτήσεις του σχολείου ή να κατανοήσει τις περίπλοκες κοινωνικές προσδοκίες (McConnell & Llewellyn, 2019).

Οι κοινωνικο-οικονομικοί παράγοντες επιδρούν καθοριστικά στη ζωή των γονιών με ήπια διανοητική αναπηρία και των παιδιών τους. Πράγματι, πολλοί γονείς με ήπια διανοητική αναπηρία ζουν σε συνθήκες φτώχειας, κοινωνικής απομόνωσης και περιορισμένης πρόσβασης σε υπηρεσίες υγείας και εκπαίδευσης. Επιπλέον, η έλλειψη δικτύων υποστήριξης αυξάνει τον κίνδυνο εμπλοκής των κοινωνικών υπηρεσιών λόγω της αδυναμίας κάλυψης των σύνθετων αναγκών (Llewellyn & Hindmarsh, 2019).

Οι αναπτυξιακές προκλήσεις των παιδιών με γονείς με ήπια διανοητική αναπηρία

Η γλωσσική ανάπτυξη αποτελεί έναν από τους πιο ευαίσθητους τομείς. Τα παιδιά τα οποία μεγαλώνουν σε περιβάλλοντα με περιορισμένο γλωσσικό πλούτο, συχνά έχουν φτωχότερο λεξιλόγιο και δυσκολίες στην κατανόηση των σύνθετων προτάσεων, στην έκφραση στον γραπτό λόγο και στη σχολική μάθηση, γενικότερα.

Η ψυχοκοινωνική ανάπτυξη των παιδιών διαμορφώνεται μέσα από τις πρώιμες σχέσεις, το σχολικό περιβάλλον και την ευρύτερη κοινωνία. Για τα παιδιά με γονείς με ήπια διανοητική αναπηρία, η ποιότητα της σχέσης με τον γονέα αποτελεί κεντρικό άξονα της συναισθηματικής τους ασφάλειας. Παρότι οι γονείς μπορεί να δυσκολεύονται, συχνά προσφέρουν σταθερότητα, φροντίδα και συναισθηματική διαθεσιμότητα, στοιχεία που ενισχύουν τον ασφαλή δεσμό (McConnell & Llewellyn, 2019).

Η αυτοεκτίμηση των παιδιών επηρεάζεται έντονα από τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνονται την οικογένειά τους και από το πώς αυτή αντιμετωπίζεται από το κοινωνικό περιβάλλον. Η χαμηλή αυτοεκτίμηση συνδέεται με σχολική απόσυρση, περιορισμένη συμμετοχή σε δραστηριότητες και δυσκολία ανάληψης πρωτοβουλιών (Masten, 2018). Αντίθετα, όταν το σχολείο και η κοινότητα αναγνωρίζουν και σέβονται τη διαφορετικότητα της οικογένειας, το παιδί μαθαίνει να βλέπει τον εαυτό του ως άτομο με αξία, ανεξάρτητα από τις ιδιαιτερότητες του οικογενειακού του πλαισίου.

Οι σχέσεις με τους συνομηλίκους παίζουν καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωση της κοινωνικής ταυτότητας. Τα παιδιά με γονείς με ήπια διανοητική αναπηρία ενδέχεται να δυσκολευτούν να ενταχθούν σε ομάδες, ιδιαίτερα όταν υπάρχουν στερεότυπα ή έλλειψη ευαισθητοποίσης. Η απόρριψη ή η περιθωριοποίηση μπορεί να οδηγήσει σε άγχος, επιθετικότητα ή εσωστρέφεια (Llewellyn & Hindmarsh, 2019).

Ωστόσο, το σχολείο καλείται να εφαρμόζει προγράμματα κοινωνικών δεξιοτήτων, συνεργατικής μάθησης και ενσυναίσθησης ώστε τα παιδιά να αποκτήσουν εμπειρίες αποδοχής που ενισχύουν την κοινωνική τους επάρκεια.

Στρατηγικές παρέμβασης στην οικογένεια και το σχολείο

Η υποστήριξη των οικογενειών όπου οι γονείς έχουν ήπια διανοητική αναπηρία χρειάζεται να είναι πρακτική, απλή και προσαρμοσμένη στις πραγματικές δυνατότητες των γονιών. Τα προγράμματα γονεϊκής εκπαίδευσης τα οποία χρησιμοποιούν σαφή γλώσσα, οπτικά βοηθήματα και βιωματικές ασκήσεις, δείχνουν καλύτερα αποτελέσματα από τα θεωρητικά σεμινάρια (Feldman κ.ά., 2020).

Όταν ο γονέας μαθαίνει πώς να οργανώνει τη μέρα, να δημιουργεί σταθερές ρουτίνες και να ανταποκρίνεται στις ανάγκες του παιδιού, το οικογενειακό περιβάλλον γίνεται πιο προβλέψιμο και ασφαλές. Αυτό μειώνει το άγχος του παιδιού και ενισχύει τη συναισθηματική του σταθερότητα.

Στο σχολείο, η διαφοροποιημένη διδασκαλία αποτελεί βασικό εργαλείο για την υποστήριξη των παιδιών με γονείς με ήπια διανοητική αναπηρία. Οι εκπαιδευτικοί χρειάζεται να αναγνωρίζουν ότι οι σχολικές δυσκολίες δεν αντικατοπτρίζουν πάντα τις ικανότητες του μαθητή ή της μαθήτριας, αλλά συχνά προκύπτουν από έλλειψη υποστήριξης στο σπίτι.

Τα μικρά και σαφή βήματα μάθησης, η συχνή ανατροφοδότηση και οι επαναλήψεις, βοηθούν το παιδί να κατανοήσει και να διατηρήσει τις νέες γνώσεις.

Η διεθνής εμπειρία δείχνει ότι οι παρεμβάσεις οι οποίες στοχεύουν στην ενδυνάμωση της οικογένειας και όχι στον έλεγχο, μειώνουν τον κίνδυνο της απομάκρυνσης του παιδιού από το σπίτι και ενισχύουν τη συνοχή της οικογένειας (Llewellyn & Hindmarsh, 2019).

Η συμβολή της ευρύτερης οικογένειας και του κοινωνικού κράτους

Οι παππούδες, οι γιαγιάδες και οι λοιποί συγγενείς συχνά λειτουργούν ως σταθερά σημεία αναφοράς, προσφέροντας συναισθηματική ασφάλεια, πρακτική βοήθεια και κοινωνική διαμεσολάβηση. Όταν οι γονείς δυσκολεύονται να οργανώσουν τις καθημερινές δραστηριότητες, οι παππούδες και γιαγιάδες μπορούν να συμβάλουν στη δημιουργία ρουτινών, στη συνοδεία στο σχολείο ή σε ιατρικές επισκέψεις και στην υποστήριξη της μελέτης στο σπίτι.

Η παρουσία τους, μειώνει το άγχος του παιδιού και ενισχύει το αίσθημά του ότι υπάρχει ένα ευρύτερο πλαίσιο φροντίδας και προστασίας (Llewellyn & Hindmarsh, 2019).

Ωστόσο, η συμβολή της ευρύτερης οικογένειας δεν είναι πάντα δεδομένη. Σε ορισμένες περιπτώσεις, οι συγγενείς είναι ηλικιωμένοι, έχουν τα δικά τους προβλήματα υγείας ή ζουν μακριά. Τότε, το βάρος πέφτει περισσότερο στις δημόσιες δομές. Το κοινωνικό κράτος καλείται να λειτουργήσει ως μια «εκτεταμένη οικογένεια», προσφέροντας υπηρεσίες πρώιμης παρέμβασης, ψυχοκοινωνική υποστήριξη και εκπαιδευτικά προγράμματα για γονείς.

Οι οικογένειες οι οποίες έχουν πρόσβαση στις προαναφερόμενες δομές, εμφανίζουν μεγαλύτερη σταθερότητα και μικρότερο κίνδυνο απομάκρυνσης του παιδιού από το οικογενειακό περιβάλλον (McConnell & Llewellyn, 2019).

Η συμβολή της τεχνητής νοημοσύνης

Η αξιοποίηση της τεχνητής νοημοσύνης (εφεξής ΤΝ) στην εκπαίδευση και στην οικογενειακή υποστήριξη ανοίγει νέες δυνατότητες για τα παιδιά με γονείς με ήπια διανοητική αναπηρία. Η ΤΝ έχει τη δυνατότητα να αναλύσει τα δεδομένα από τις σχολικές επιδόσεις, τα τεστ, τις ασκήσεις και τις καθημερινές δραστηριότητες, ώστε να εντοπίζει έγκαιρα μοτίβα δυσκολιών.

Για παράδειγμα, ένα σύστημα ΤΝ μπορεί να παρατηρήσει ότι ένας μαθητής κάνει επαναλαμβανόμενα λάθη στην κατανόηση του κειμένου ή στην αριθμητική ακολουθία και να ενημερώνει τον εκπαιδευτικό του για την ανάγκη διαφοροποιημένης διδασκαλίας (Adolfsson κ.ά., 2024).

Στη μαθησιακή πράξη, η ΤΝ μπορεί να λειτουργήσει ως «έξυπνος βοηθός». Σε μια δραστηριότητα εκμάθησης της αριθμητικής γραμμής, για παράδειγμα, μια εφαρμογή ΤΝ μπορεί να δείξει στο παιδί με οπτικό τρόπο πού βρίσκεται το λάθος του και να του προτείνει αμέσως μια διορθωτική στρατηγική. Αυτή η άμεση ανατροφοδότηση ενισχύει τη μάθηση και μειώνει την απογοήτευση, κάτι ιδιαίτερα σημαντικό για τα παιδιά τα οποία δεν έχουν πάντα την απαιτούμενη υποστήριξη στο σπίτι (Feldman κ.ά., 2020).

Η ΤΝ μπορεί επίσης να υποστηρίξει τους γονείς. Ψηφιακοί βοηθοί, με απλή γλώσσα και εικόνες, μπορούν να καθοδηγήσουν τον γονέα σε καθημερινές ρουτίνες, όπως η προετοιμασία για το σχολείο ή η μελέτη στο σπίτι.

Για παράδειγμα, μια εφαρμογή μπορεί να δείχνει βήμα-βήμα πώς οργανώνεται μια σχολική τσάντα ή πώς διαβάζεται ένα απλό βιβλίο μαζί με το παιδί. Με αυτόν τον τρόπο, ο γονέας δεν χρειάζεται να βασίζεται στη μνήμη ή στον αυτοσχεδιασμό, αλλά ακολουθεί ένα σταθερό και υποστηρικτικό πλαίσιο (McConnell & Llewellyn, 2019).

Ωστόσο, η συλλογή των δεδομένων πρέπει να γίνεται με σεβασμό στην ιδιωτικότητα και με την ενημερωμένη συγκατάθεση της οικογένειας.

Συμπεράσματα

Τα παιδιά γονέων με ήπια διανοητική αναπηρία δεν καθορίζονται από τις γνωστικές δυσκολίες των γονιών τους. Η αναπτυξιακή τους πορεία εξαρτάται από το επίπεδο υποστήριξης, την ποιότητα των σχέσεων και τις ευκαιρίες μάθησης που τους προσφέρονται. Όταν υπάρχουν σταθεροί ενήλικες, σαφή πλαίσια και συνεργασία των φορέων, τα παιδιά μπορούν να αναπτύξουν δεξιότητες, αυτοπεποίθηση και θετική ταυτότητα.

Η εκπαίδευση παίζει κομβικό ρόλο. Ένα σχολείο το οποίο κατανοεί το οικογενειακό πλαίσιο, διαφοροποιεί τη διδασκαλία και συνεργάζεται με την οικογένεια, μπορεί να μετατραπεί σε βασικό προστατευτικό παράγοντα.

Βιβλιογραφία

Adolfsson, M., κ.ά. (2024). Children of parents with mild intellectual disability: A population-based study. Acta Paediatrica, 113(2), 345–354.

American Psychiatric Association. (2022). DSM-5-TR.

Feldman, M., et al. (2020). Parenting support for parents with intellectual disabilities. Journal of Applied Research in Intellectual Disabilities, 33(3), 450–462.

Llewellyn, G., & Hindmarsh, G. (2019). Parents with intellectual disability. Current Developmental Disorders Reports, 6, 21–28.

Masten, A. (2018). Resilience theory and research. Journal of Child Psychology and Psychiatry, 59(4), 439–454.

McConnell, D., & Llewellyn, G. (2019). Parenting with intellectual disability. International Review of Research in Developmental Disabilities, 56, 1–45.

Λεμονιά Λιώση
Παιδαγωγός Πρώιμης Παιδικής Ηλικίας με εξειδίκευση στην Ειδική Αγωγή, τη ΔΕΠΥ και τη Δυσλεξία. Μεταπτυχιακή ερευνήτρια στις Επιστήμες της Αγωγής Μέσω Καινοτόμων Τεχνολογιών και Βιοϊατρικών Προσεγγίσεων, με ενδιαφέρον για την ψυχική ευημερία των παιδιών, την καινοτομία στην εκπαίδευση και την ενδυνάμωση των εκπαιδευτικών. Γράφω γιατί πιστεύω πως η παιδική ηλικία είναι το πιο σημαντικό κεφάλαιο της ζωής.

Περισσότερα από τη στήλη: Ειδική Αγωγή

Ειδική Αγωγή

Παιδιά με ΔΑΦ και ΔΕΠΥ: Γιατί Στρεσάρονται στο Σχολείο;

Πηγή εικόνας: Παιδιά με ΔΑΦ και ΔΕΠΥ: Γιατί Στρεσάρονται στο Σχολείο; Η σχολική εμπειρία αποτελεί…

Ειδική Αγωγή

Δυνατότητες ατόμων με ΔΕΠΥ και ΔΑΦ

Σε αυτό το άρθρο, θα ασχοληθώ με τις δυνατότητες  ατόμων με ΔΕΠΥ και ΔΑΦ, εστιάζοντας…

Ειδική Αγωγή

Η σιωπηλή περίοδος της διγλωσσίας

Το παρόν άρθρο Η σιωπή λειτουργεί ως μηχανισμός εσωτερικής οργάνωσης και επεξεργασίας της γλωσσικής πληροφορίας…

Ειδική Αγωγή

Αισθητηριακή Ολοκλήρωση: Θεωρητικό Πλαίσιο και Εφαρμογές

Το παρόν άρθρο, με τίτλο, Αισθητηριακή Ολοκλήρωση: Θεωρητικό Πλαίσιο και Εφαρμογές, παρουσιάζει τις βασικές αρχές…

Ειδική Αγωγή

Πολλαπλή νοημοσύνη: Από τη θεωρία στην εκπαιδευτική πράξη

Σε αυτό το άρθρο, με τίτλο Πολλαπλή νοημοσύνη: Από τη θεωρία στην εκπαιδευτική πράξη, περιγράφω…

Ειδική Αγωγή

Περιβαλλοντικοί παράγοντες στις νευροαναπτυξιακές διαταραχές

Το παρόν άρθρο, με τίτλο Περιβαλλοντικοί παράγοντες στις νευροαναπτυξιακές διαταραχές, θα περιγράψει μια σειρά παραγόντων…

Ειδική Αγωγή

Η διαταραχή κινητικού συντονισμού στη ζωή του παιδιού

Σε αυτό το άρθρο, θα ασχοληθώ με τη διαταραχή κινητικού συντονισμού και τον τρόπο με…