
[punica-dropcap]Έ[/punica-dropcap]να χέρι χτύπησε με δύναμη τον πάγκο της υποδοχής. Ο κοιμισμένος υπάλληλος αναπήδησε απο τον ξαφνικό θόρυβο.
– Ανεπίτρεπτο! Ανεπίτρεπτο! ούρλιαξε η ξερακιανή πελάτισσα με τα πεταχτά – α λα Ντάμπο το ελεφαντάκι – αυτιά.
– Τι.. τι.. τι συμβαίνει; ψέλλισε αγουροξυπνημένος εκείνος τρίβοντας τα μάτια του.
– Τι συμβαίνει; Τολμάτε να αναρωτιέστε; συνέχισε εκείνη. Τα μπροστινά της δόντια ήταν αραιά με αποτέλεσμα μια σταγόνα σάλιου να πεταχτεί με φόρα πάνω στο μάγουλο του υπαλλήλου. Του ήρθε τάση για εμετό.
– Μα… εξηγήστε μου κυρία…
– Δεσποινίς Λουλουδάκη.
– Τι εννοείτε «Λουλουδάκι»; Όπως λέμε «λουλουδάκι, λουλουδάκι γέμισα ένα πανεράκι»; αστειεύτηκε.
– Όχι, Λουλουδάκη με Ήτα!
– Χμ… μάλιστα. Λοιπόν, δεσποινίς Λουλουδάκη, τι σας συμβαίνει; ρώτησε σοβαρός ο υπάλληλος.
– Μια κατσαρίδα επικών διαστάσεων βρίσκεται στο μπάνιο μου.
Ο νεαρός χλώμιασε. Σιχαινόταν τις κατσαρίδες.
– Κα… κα.. κατσαρίδα;
– Ναι! Θέλω αλλαγή δωματίου τώρα.
– Είμαστε γεμάτοι, δεσποινίς Λουλουδάκη μου, και η ώρα είναι 04:00 τα ξημερώματα.
Το πρόσωπό της ξαφνικά κοκκίνησε. Μισόκλεισε τα μάτια.
– ΤΙ ΕΙΠΕΣ;
– Εί.. εί.. είμαστε γεμάτοι, δεσποινίς Παπαρούνα μου.
Του έγνεψε με τον δείκτη του τεράστιου χεριού της να την πλησιάσει. Τι να κάνει κι ο υπάλληλος; Έσκυψε πάνω από τον πάγκο της υποδοχής, θαρρείς και θα του έλεγε κάποιο μυστικό. Τον άρπαξε από τη γραβάτα με δύναμη κόβωντάς του την ανάσα. Τα μάτια του πετάχτηκαν σχεδόν απο τις κόγχες τους.
– Πώς σε λένε; τον ρώτησε ήρεμα.
– Τι.. Τι.. Τιμολέων.
– Πρώτα απ’όλα, Τιμολέων, δε με λένε Παπαρούνα, με λένε Λουλουδάκη. Δεύτερον, αν δε μου αλλάξεις δωμάτιο θα σου κόψω τα προκοίλια και θα σε βάλω να τα φας.
– Μα… μα… μα…
– Μαρούλια. Αυτό που σου λέω.
– Μάλιστα. Επιτρέψτε μου να σας εκμυστηρευτώ κάτι, ψιθύρισε ενώ τα τροφαντά του μάγουλα κόντευαν να εκραγούν. Μια σταγόνα ιδρώτα εμφανίστηκε στο μέτωπό του.
– Τι εννοείς; απόρησε εκείνη.
– Είστε απίστευτα τυχερή και μαζί σας κι εγώ.
Το σφίξιμο είχε χαλαρώσει και μπόρεσε να πάρει μια ανάσα.
– Δεσποινίς Λουλουδάκη μου… Βρήκατε την Τερέζα.
– Την ποια; άνοιξε διάπλατα τα μάτια της.
– Την Τερέζα, τη μασκότ του ξενοδοχείου μας.
Η δεσποινίς Λουλουδάκη προσπαθούσε να επεξεργαστεί τις πληροφορίες.
– Τη μασκότ; Τι εννοείτε;
Το χέρι της χαλάρωσε κι άλλο.
– Αχ δεσποινίς Ζουμπουλάκη μου…
– Λουλουδάκη.
– Μάλιστα. Να ξέρατε τι έχω περάσει τις τελευταίες δύο μέρες. Έψαχνα απεγνωσμένα την κατσαρίδα μας την Τερέζα. Τις προάλλες, προσπαθώντας να καθαρίσω το κλουβάκι της, τσακ, μου ξέφυγε η άτιμη.
Η δεσποινίς Λουλουδάκη είχε μείνει στήλη άλατος. Ένα αχνό χαμόγελο εμφανίστηκε στα χείλη του υπαλλήλου. Κοίταξε συνωμοτικά μια δεξιά, μια αριστερά και είπε:
– Ξέρετε, θα έχανα τη δουλειά μου κι εσείς με σώσατε. Σας ευχαριστώ, σας ευχαριστώ, συνέχισε με βουρκωμένα μάτια. Έβγαλε από την τσέπη του παντελονιού του ένα μπισκότο Παπαδοπούλου με γεύση σοκολάτα και το δάγκωσε με τρεμάμενα χείλη και ρουφώντας τη μύτη του.
– Συ… συ.. συγγνώμη, το ξενοδοχείο έχει μασκότ μια κατσαρίδα; Πώς ξέρετε ότι είναι αυτή και όχι μια οποιαδήποτε άλλη; ρώτησε εύλογα η δεσποινίς.
– Α! είναι πολύ απλό. Καταρχήν το ξενοδοχείο μας δεν έχει κατσαρίδες. Δεύτερον δεν προσέξατε μια μαύρη βούλα στο δεξιό φτερό;
– Δε.. δε θυμάμαι.
– Σας παρακαλώ, θυμηθείτε, θυμηθείτε. Είναι σημαντικό!
Σταύρωσε τα χέρια του σε σχήμα προσευχής.
– Μα… μα.. δηλαδή δεν… τι να πω, ψέλλισε η πελάτισσα.
– Προσπαθήστε, προσπαθήστε. Θα χάσω τη δουλειά μου. Έχω τρία παιδιά να μεγαλώσω.
Ένα δάκρυ κύλισε στο μάγουλό του. Έβγαλε άλλο ένα μπισκότο Παπαδοπούλου αυτή τη φορά με γεύση βανίλια και το δάγκωσε.
– Να σκεφτώ, να σκεφτώ, περίμενε…, δάγκωσε το χείλος της. Νομίζω πως ναι, ναι είχε μια μαύρη βούλα στο δεξιό φτερό.
– Αααα.. δεσποινίς Λουλουδάκη μου, αυτή είναι, μπράβο! φώναξε ο Τιμολέων φτύνοντας ψίχουλα παντού. Έτρεξε και την αγκάλιασε. Συγκινημένοι και οι δύο ξέσπασαν σε κλάμματα.
– Σας ευχαριστώ, σας ευχαριστώ.
– Τίποτα παιδί μου, χαίρομαι που βοήθησα και έσωσα τη δουλειά σου, απάντησε η δεσποινίς Λουλουδάκη φανερά περήφανη για το κατόρθωμά της.
– Τώρα θα πρέπει να μου τη φέρετε, πρόσθεσε ο Τιμολέων, να την τοποθετήσω στο κλουβάκι της.
– Εγώ να τη φέρω; Τι λες;
– Μα δε μπορώ να φύγω από το πόστο μου, δεσποινίς Λουλουδάκη μου. Δεν είναι κανένας άλλος εδώ. Το ξενοδοχείο εξαρτάται από μένα.
Το ύφος του ήταν τόσο σοβαρό θαρρείς και αναμετάδιδε δελτίο ειδήσεων.
– Κι αν δεν είναι πια εκεί;
– Αποκλείεται. Σίγουρα βρίσκεται στο δωμάτιο, αν όχι στο μπάνιο. Θυμήστε μου το νούμερο.
– 208.
Χτύπησε με το χέρι του το μέτωπό του.
– Έπρεπε να το φανταστώ. Είναι το αγαπημένο της δωμάτιο. Τώρα, σας παρακάλω, πηγαίνετε να μου τη φέρετε. Να μην κατεβείτε χωρίς την Τερέζα, εντάξει δεσποινίς Γαρυφαλάκη μου; είπε και την τσίμπησε στο μάγουλο.
Η δεσποινίς Λουλουδάκη με βλέμμα χάνου μπήκε στο ασανσέρ για να επιστρέψει στο δωμάτιό της. Ο Τιμολέων χαμογέλασε ικανοποιημένος και μασουλώντας το τρίτο μπισκότο Παπαδοπούλου με γεύση φράουλα επέστρεψε στο πόστο του. Με ευχαρίστηση είδε στο ξενοδοχειακό προγραμμα πως το δωμάτιο 208 αναχωρούσε την επόμενη μέρα. Μέσα σε λίγα λεπτά τον πήρε ο ύπνος. Στα όνειρά του είδε πως είχε κερδίσει το Όσκαρ πρώτου ανδρικού ρόλου. Του το παρέδωσε η Σαρλίζ Θερόν μαζί με ένα χαρτάκι. Όταν το άνοιξε, είχε γραμμένο το τηλέφωνό της πάνω σε ένα αποτύπωμα φιλιού από κόκκινο κραγιόν.