
Έχοντας πλέον διαβάσει και τα τρία μυθιστορήματα του βραβευμένου με Goncourt 2023 Γάλλου συγγραφέα Ζαν Μπατίστ Αντρεά, τα οποία κυκλοφορούν στα ελληνικά από τις εκδόσεις Στερέωμα («Βασίλισσά μου», 2019) και τις εκδόσεις Πατάκη («Να την Προσέχει» και «Διάβολοι και άγιοι», 2025) μπορώ να πω με σιγουριά πως πρόκειται για μία από τις πιο αξιόλογες λογοτεχνικές φωνές της Γαλλίας και όχι μόνο. Αν και προγενέστερο του αριστουργηματικού «Να την προσέχει» που δικαίως απέσπασε το βραβείο Goncourt και διαβάζεται φανατικά, το βιβλίο «Διάβολοι και άγιοι» που κυκλοφόρησε στην εκπνοή της προηγούμενης χρονιάς από τις εκδόσεις Πατάκη σε μετάφραση Γιάννη Στρίγκου, είναι ένα επίσης αξιοπρόσεκτο μυθιστόρημα ενηλικίωσης που πρέπει να διαβαστεί.
Στο «Διάβολοι και Άγιοι» ο Ζαν Μπατίστ Αντρεά αφηγείται την ιστορία του Τζο ή Τζόζεφ, ενός ηλικιωμένου άνδρα ̶ όπως παρουσιάζεται στο πρώτο κεφάλαιο του βιβλίου ̶ που κουβαλά ένα παιδικό τραύμα το οποίο διαμόρφωσε ολόκληρη τη ζωή του. Μέσα από παρεμβαλλόμενα κεφάλαια που ισοδυναμούν με αναδρομές στο παρελθόν, το αναγνωστικό κοινό παρακολουθεί την ιστορία της ζωής του, από το σπίτι της ευκατάστατης οικογένειάς του στο εκκλησιαστικό ορφανοτροφείο «Η Μεθόριος». Ο συγγραφέας καταγράφει με μεγάλη γλαφυρότητα το καθημερινό δράμα των τροφίμων: η καθημερινότητα των παιδιών ορίζεται από στέρηση, επαναλαμβανόμενους εξευτελισμούς, σκληρούς κανόνες και σιωπηλή βία. Εκεί, σε έναν χώρο που υποτίθεται πως προστατεύεται από τη χάρη του Θεού, ακόμη και το φαγητό γίνεται εργαλείο εξουσίας. Το καθημερινό δράμα της τροφής καταγράφεται με ωμότητα, αποκαλύπτοντας πώς η «αγάπη» και η «φροντίδα» μετατρέπονται σε μηχανισμούς ελέγχου και πως, ακόμη και σε αυτό το «προστατευτικό» περιβάλλον, τα παιδιά κατηγοριοποιούνται με βάση τον πλούτο ή την κοινωνική θέση των οικογενειών τους.
«Τα μικρά βήματα ενός ανθρώπου δεν απασχολούν κανέναν» γράφει ο Αντρεά, θέλοντας να τονίσει πόσο «ασήμαντα» και «αόρατα» είναι τα παιδιά των ιδρυμάτων ανά τον κόσμο, πόσο «ανύπαρκτα» όσο δεν απασχολούν τη σφαίρα της δικής μας πραγματικότητας. Πρόκειται για εκείνα τα μικρά βήματα ενός ανθρώπου, τα οποία, όμως, αφήνουν ανεξίτηλα σημάδια, γιατί στο βιβλίο του Αντρεά οι μικροί ήρωές του βιώνουν διπλή απώλεια. Από τη μία θρηνούν για την απουσία των γονιών τους και την πλήρη αποκοπή κάθε οικογενειακού ή φιλικού δεσμού και από την άλλη, προσπαθούν απεγνωσμένα να ενταχθούν στη σκληρή πραγματικότητα που τους περιβάλλει. Ο Τζο και τα υπόλοιπα παιδιά της Μεθορίου αναγκάζονται να επινοήσουν μηχανισμούς επιβίωσης, να χτίσουν άμυνες βασισμένες σε ψευδαισθήσεις, να μεγαλώσουν πρόωρα. Δεν τους επιτρέπεται να είναι παιδιά με όλη τη σημασία της λέξης. Μοναδικό τους αποκούμπι, λίγες κλεμμένες στιγμές ελευθερίας στη στέγη του κτιρίου, ένα αυτοσχέδιο ραδιόφωνο και μια «μυστική οργάνωση» που θα γίνει η άτυπη οικογένειά τους. Ο Τζο, όμως, έχει και ένα ακόμα όπλο στη φαρέτρα του: τη μουσική.
Όπως και στο μυθιστόρημά του «Να την προσέχει» έτσι και στο «Διάβολοι και άγιοι» η Τέχνη και πιο συγκεκριμένα η μουσική, είναι ένα από τα κεντρικά θέματα του βιβλίου, αφού ο συγγραφέας αφηγείται την καταλυτική επίδρασή της στη ζωή του πρωταγωνιστή του. Άλλα θέματα του είναι η απώλεια, το πένθος και η Πίστη. Πώς πιστεύει κανείς και σε ποιον Θεό, όταν η πίστη στον ίδιο τον άνθρωπο κλονίζεται καθημερινά; Ο Αντρεά θέτει με επιμονή το ερώτημα της Πίστης και της ηθικής, όχι μέσω διδακτισμού αλλά μέσα από βιωμένες εμπειρίες. Το ανδρικό πρότυπο, συχνά ανύπαρκτο ή τραυματικό, ο ανεκπλήρωτος έρωτας και η τραυματική παιδική ηλικία εμφανίζονται επίσης ως μοτίβα που διατρέχουν όχι μόνο αυτό το βιβλίο, αλλά συνολικά το έργο του συγγραφέα.
Ιδιαίτερη εντύπωση προκαλεί η ευαισθησία και η ενσυναίσθηση με την οποία γράφει ο Αντρεά. Τα γραπτά του συντηρούν μια σπάνια παιδικότητα, ειδικά αν αναλογιστεί κανείς την ηλικία του, γεγονός που τον καθιστά αξιοθαύμαστο. Η αφήγηση, ειδικά στα τελευταία κεφάλαια του βιβλίου, είναι έντονα κινηματογραφική, με ολοζώντανες εικόνες που ξεχειλίζουν λυρισμό και κλιμακούμενη αγωνία που οδηγεί στην λυτρωτική κορύφωση της ιστορίας. Το τέλος του βιβλίου είναι ιδιαίτερα συγκινητικό και λειτουργεί ως συναισθηματική συμπύκνωση όλων όσων προηγήθηκαν. Εν κατακλείδι, το μυθιστόρημα «Διάβολοι και Άγιοι» δεν είναι απλώς μια ιστορία ενηλικίωσης, αλλά ένα βιβλίο για την επιβίωση, για τη λεπτή γραμμή ανάμεσα στο καλό και το κακό, ένας ύμνος στη δύναμη της φιλίας, την αξία της ελευθερίας και τη σημασία της Τέχνης ως καταφύγιο των ανθρώπων στις δυσκολότερες στιγμές της ζωής τους.
Το βιβλίο κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Πατάκη. Βρείτε το εδώ.